Από την ποιητική συλλογή     "Β ο υ ρ κ ωμ έ ν ο ι   Ά γ γ ε λ ο ι"    Αθήνα 1978.

 

      ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ

Φωτογραφίσαμε

το βυσσινί τριαντάφυλλο

που άνθισε στην αυλή μας.

Κλείσαμε

τη φωτογραφία στο λεύκωμα,

και το άρωμά του στις καρδιές μας.

Έτσι

σε κάποια βαρυχειμωνιά,

που ατέλειωτη θα τη νομίζουμε,

θ΄ αναζητήσουμε την άνοιξη,

και θα σταθούμε. 

 

 

 ΠΑΡΑΧΡΟΝΙΚΟ

Και το ποίημα,

για της άνοιξης τις πρώτες ανεμώνες,

τέλειωσε σήμερα,

που πάπλωμα το χιόνι,

κουκούλωσε τη νυσταγμένη γειτονιά.

 

 

ΣΑΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Κυκλάμινα

στη σχισμάδα της πέτρας,

ρείκι ανθισμένο, φτέρη, ρίγανη,

βράχοι -του χρόνου προπάπποι-

του καλοκαιριού τροβαδούροι -τζιτζίκια μου-

βαθιές σαν τις λαχτάρες μου σπηλιές,

δάφνη μεθυστική στις χαράδρες,

αγριοπερίστερα

-φραμπαλάδες της σκεπής του σχολειού-

καλντερίμια μου, βρύσες, ξωκλήσια,

χρυσοσπαρμένε κάμπε μου ουρανέ,

τραγούδι της καλοκαιριάτικης μπόρας,

ουράνιο τόξο,

της δύσης πυράκανθοι,

χώμα στις πρώτες στάλες της βροχής,

κομμάτια από θρύλους,

-νεράιδες στα διάσελα

με δεντρογαλιές για πλεξούδες,

και πέπλα στα κορμιά σας τον άνεμο-

άπαρτα κάστρα των παραμυθιών,

του Αυγούστου φεγγάρι,

(δρομάκι και μαλαματένια ρεματιά)

φευγάτα πρόσωπα, που η θύμηση

λαμπάδα στα μνήματα, ακοίμητη ανάβει,

ήλιε -τυραννική κληρονομιά-

σύννεφο, που έχεις ταξιδέψει.

Καημούς μου απόκρυφους στις θάλασσες,

χελιδονοφωλιές,

κατιφέδες στις γλάστρες,

του καφενείου φυσιογνωμίες γεροντικές,

στις παιδικές μου συντροφιές κρύσταλλα γέλια,

παγώνι του τραπεζομάντηλου

που στρώναμε στη γιορτή του πατέρα,

και ότι ακόμα,

στη μνήμη μου, κρατώ σαν προσευχή

της μακρινής μου πίστης,

μπείτε στου αγαπημένου μου τα όνειρα,

με συνοδεία του αγέρα το σουραύλι,

απόψε, και πείτε του,

με της α λ ή θ ε ι α ς σας τη δύναμη

πόσο τον αγαπώ.-

 

(ΧΙΜ)


Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Τον Φεβρουάριο 1956 έριξε τόσο χιόνι που έκλεισε ο δρόμος και το χωριό αποκλείσθηκε από το υπόλοιπο κόσμο για εβδομάδες. Οι «σάκκινες» με το αλεύρι στα μαγαζιά τελείωσαν και ο κόσμος άρχισε να μην έχει ψωμί. Ο τότε πρόεδρος της Κοινότητας Γιώργης Δάρας (Γιώκο-Ντάρας) τηλεφώνησε στο Νομάρχη και του είπε «πεθαίνουμε απαξάπαντες. Ανάγκη να μας στείλετε κατεπειγόντως άλευρα. Μη βραδύνετε». Η νομαρχία ανταποκρίθηκε και την άλλη ημέρα ήρθε ένα ντακότα και έριξε αλεύρι και σιτάρι στα χωράφια, στην απάνω μεριά του χωριού, από τη Ζευγολατίτσα μέχρι το σπίτι του Γιωργιού.