Χαράς τον που έχει τα πολλά πρόβατα

 Χαράς τον που έχει τα πολλά γίδια

 χαράς τον που έχει την πολύ, τρανή σειριά !...

και τρείς βολές χαράς τον, όπου έχει αδέλφια και ξαδέλφια !...

 Αυτό έλεγαν και αυτό πίστευαν οι άνθρωποι τις προηγούμενες εποχές που είχαν πιότερο μυαλό!...

και ας κάνουμε σήμερα εμείς τους γραμματιζούμενους με πιότερες τις γνώσεις!..   

Και από υη  ζωή και ανθρωπιά;… Τι; Τίποτα!...  

Ήταν η εποχή πού οι οικογενειακοί δεσμοί ήταν άρρηκτα συνδεδεμένοι. 

 Υπήρχε ο αλληλοσεβασμός. Ο πατέρας ήταν αρχηγός της οικογένειας, η μάνα, η Μελισσούλα! …

Αρχόντισσα, Βασίλισσα μέσα στο σπίτι. Όλοι της είχαν αγάπη και της έδειχναν τον σεβασμό τους.  

Ο αδελφός ήταν η ελπίδα , το καμάρι τους. Η υπερηφάνεια του σπιτιού, το στήριγμα της οικογένειας,

προστάτης της αδελφής και των μικρότερων αδελφιών .  

Η αδελφή ήταν το σύμβολο της τιμής, της αξίας, της προσφοράς, της αγάπης, της συμπόνιας

και της φροντίδας για όλα τα μέλη της οικογένειας.   

Το κορίτσι ήταν η κορωνίδα, το τεφαρίκι της τιμής ,της υπόληψης της ομορφιάς, της οικογένειας και του σογιού!...

Θα ήταν η διαλεκτή! Η αυριανή γυναίκα για να ανοίξει δικό της καλό νοικοκυριό!... 

 Νά, τι έλεγαν, αυτοί που κάτι ήξεραν παραπάνω και στέριωσε τότε η πλάση:  

Πάρε σκυλί απο μαντρί και γυναίκα απο σπίτι! 

Ο εξάδελφος ήταν αστείρευτη πηγή ,δύναμης προσφοράς και αλληλοβοήθειας .

Η άμεση επέμβαση βοήθειας σε κάθε ανάγκη χαράς και λύπης.

 Ο θείος ήταν το αγκωνάρι, το στήριγμα της δύσκολης περίστασης!....  

Η εξαδέλφη και η θεία ήταν το σύμβολο της συμπόνιας, το αποκούμπι αγάπης. 

 Η εξομολόγηση της ψυχής , το σύμβολο τη ς εμπιστοσύνης, της μπέσας και των μυστικών συμβουλών.

 Ήταν η εποχή που η φτώχεια, η ανέχεια, η κακουχία, η λύπη, από λίγο, λίγο μοιραζότανε στους πολλούς,

στην συγγένεια και μίκραινε και η χαρά και η προκοπή μεγάλωνε!  

Ήταν όμως και η εποχή της μεγάλης φτώχειας, της ανέχειας….

 Η Φύση στην μεγάλη φτώχεια στην ανέχεια είχε και έχει και αυτή τα δικά της!... 

Τα δικά της τερτίπια!...  

 Δεν σταματά το έργο της!     

Το έργο της δημιουργίας, το έργο της ζωής!.. 

 Ο αρχέγονος Έρωτας της έλξης, η δύναμη του σέξ και της δημιουργίας μεγάλη… 

 Αλλά με τους δικούς της όρους, νόμους και θελήσεις!  

 Χορεύει με τα δικά της βιολιά, στους δικούς της ρυθμούς και στα δικά της τραγούδια!... 

Τα ήθη και τα έθιμα της, η δομή της κοινωνίας αυστηρή, απαγορευτική στην ατομική ελευθερία της επιθυμία της καρδιάς

και στις θελήσεις των νέων ανθρώπων.    

 Αλλά όσο να προσπαθούν να φυλακίσουν την σκέψη του νου και της καρδιάς τους κτύπους...

Αυτά, στην φυλακή δεν  μπαίνουν.   

 Και αν μπουν, φρόνημα δεν κάθονται!...

Συνέχεια την ανταρσία κάνουν!...

Υπήρχαν οι ζωηροί άνδρες και οι ατίθασες κοπέλες που τα χαλινά δεν τους κρατούσαν!  

 Δεν έμπαιναν !...Δεν τα αντέχουν ,δεν τα μπορούσαν!... 

 Και κάνουν αυτά !..τα πώς;… Τα πως κτυπάει η καρδιά τους!....  

Υπήρχε η κρυφή αγάπη, ο κρυφός έρωτας, το κρυφό αντάμωμα, και το κλεφτό φιλί, της αγνής και άδοληςαγάπης!........  

Πάντοτε είναι και ήσαν στην κοινωνία οι πονηρούληδες οι μπαμπέσηδες οι εκμεταλλευτές!... 

 Οι κλέφτες και οι ψεύτες της αγάπης.. Από όλα τα φρούτα είχε και έχει ο μπαξές!...  

Μία από αυτές τις ζωηρές, ατίθασες κοπελίτσες ήταν και η εξαδέλφη του Βέργου.

Ένιωσε μερικούς από τους κτύπους της καρδιάς για να κτυπούν κάπως αλλιώτικα από τους άλλους!...

 Μικρή, μικρή κρυφά αγάπησε, μικρή κρυφά,κρυφά ερωτεύτηκε.   

Όμως ο βήχας και ο έρωτας δεν κρύβεται!...

Και αν τον κρατήσεις και τον κρύψεις την μια φορά, μετά θα βήχεις δύο, τρείς και πιο πολύ.

Το πήρε χαμπάρι η μάνα της και την συμβούλεψε με το καλό και με το άγριο, να συγκρατηθεί ,να συμμορφωθεί...

Να συμμαζευτεί !...

Της είπε, δεν είναι ακόμα ο καιρός της, ρεζίλι να μη τους κάνει...

και είναι και οι άλλες τσούπες από πίσω της,

 δεν θα έχει τί να τις κάνει!   

Σαν θα κουβεντιαστεί και θα ακουστεί και θα της βγει και το όνομα της!... 

Πώς θα την κάνει πέρα;

Και όλο συχνά της έλεγε: Καλύτερα να της βγεί το μάτι παρά το όνομα.   

Η κόρη την καθησύχασε , της είπε , πως τίποτα δεν συμβαίνει!...    

Μη νοιάζεσαι ,της λέει!  

Και έτσι την μάνα νόμισε πως την αποκοίμισε…

Χατίρι δεν τις χαλάει και σε όλα της, ήταν άξια και προκομένη.

Η μάνα τί μπόραγε να ειπεί;….. Και τι να κάνει;…. 

Πυκνά, συχνά την ορμήνευε, καλά τις συμβουλές της δίνει…

Αλλά ο Έρωτας δεν παίρνει από ορμήνιες και συμβουλές και τα άλλα, τα τέτοια!... 

Κάνει του κεφαλιού του!.... 

Και προχωρά με τους νόμους, τους δικούς του!.. 

Και στους δικούς του δρόμους!   

Ήταν ασυγκράτητος, ορμητικός, σαν ποταμός, σωστός[ Ροφιάς], προχωράει … και πίσω δεν κοιτάει.

Είδε και αποείδε η μάνα της, κατάλαβε πως η τσούπα της από τα δικά της λόγια δεν παίρνει !  

Δεν είχε τι άλλο να κάνει και για βοήθεια για την περίσταση κάλεσε τον ανιψιό της τον Βέργο και του είπε,

τα καθέκαστα με την εξαδέλφη!  

 Ο Βέργος, ήταν νεαρό παιδί, ζωηρό,  νευρικό, αδύνατο, τσιλιχρό, εργατικός, έξυπνος,  σκληραγωγημένος.

Είχε περίσσιο το φιλότιμο, άνθρωπος της μπέσας, της τιμής, πραγματικός εξάδελφος!…. 

Σωστός λεβέντης!....   

Αυτά που άκουσε και έμαθε δεν του άρεσαν με τα καμώματα της εξαδέλφης, δεν ήθελε να τα πιστέψει.

Που αυτή, όλοι την είχανε για λογική, στο σόι για τεφαρίκι!  

 Να ορμηνεύει τις άλλες!... Και αυτή, τα τέτοια, τα κρυφούτσικα , τα πονηρά και αυτή τα κάνει;  

 Πολύ του κακοφάνει!...

  Πιάνει, βάζει στην τσέπη του, εκείνο το μικρό, που πάντα το είχε επάνω του, όταν πήγαινε στον Αρτοζήνο, στο βουνό,

για φυλακτό να το έχει, για τα στοιχειά, για το κακό και τις κακές νεράιδες, το κοφτερό, το μαυρομάνικο, το δίκοπο μαχαίρι .                                                                          

Να τον φυλάξει στην περίσταση από το ανεπάντεχο κακό !                                                 

Αχρείαστο για κάθε περίσταση να είναι…                                                                                

 Αμέσως στο σπίτι της θείας του πηγαίνει. Έπιασε την ξαδέλφη του και την ρωτάει ήρεμα, για να του ειπεί, το τί συμβαίνει;                                                                                                                        

Η εξαδέλφη ερωτευμένη, τίποτα από αυτά δεν άκουγε, στο κόσμο της!..                                      

Στον κόσμο τον δικό της!..                                                                                                       

Έφερνε τις αρνήσεις της, τις αντιρρήσεις της, το άδικο, για δίκιο δικό της το θέλει!...                

Έκανε την επανάστασή της τα δικαιώματα ζητούσε από την ζωή.                                               

Έλεγε πως της ανήκει!                                                                                                                      

O εξάδελφος με το καλό από εδώ με το καλό από εκεί, με τα πολλά και με τα λίγα,

κουβέντα για το ζητούμενο, δεν της παίρνει.                                                                                                         

Ήταν αγνώριστη με τα φερσίματά της!...                                                                                       

Της είπε και το κάτι παραπάνω.                                                                                                     

Του είπε και μια κουβέντα, ανεπάντεχη!...                                                                                     

Τον έφερε στο αμήν!...                                                                                                                  

Στο μη παρέκει!...                                                                                                                          

Του ήρθε αξαφνιά!...                                                                                                              

Θόλωσε το μυαλό του !...                                                                                                     

Νευρικός όπως ήταν, σαν πιεσμένο ελατήριο πετάχτηκε χωρίς να το καταλάβει.                           

Την άρπαξε την εξαδέλφη του από τα μαλλιά, που πρώτα πολύ την αγαπούσε και την πρόσεχε

και γρήγορα την άρχισε αλύπητα στις μπούφλες!...                                                                      

Έσπασαν τα ρουθούνια της, λυθήκανε τα δάκρυα!                                                                    

Φωνές, αίματα, δάκρυα, κλάματα ανάμικτα, κατάσταση στα άνω, κάτω….                                

 Φρίκη σε όποιον τα έβλεπε και τα άκουγε, ο διάβολος σταυροπόδι στην ασυνεννοησιά είχε κάτσει κάτω !...

Και ο Θεός να βάλει το χέρι του!...                                                                                     

Ο Βέργος, αλύγιστος, ασυγκίνητος, δεν λίγωσε το μάτι του, δεν λύγισε η καρδιά του και δεν λυπήθηκε η ψυχή του!...                                                                                                                 

Με βροντερή και σταθερή, αποφασιστική φωνή της είπε:                                                         

Άκουσε μωρή!                                                                                                                             

Πέσε, σε αυτόν τον μπαμπέση, στον πονηρούλη, τον δικό σου, εγώ τα τέτοια δεν τα σηκώνω!       

Και πως έγινε, χωρίς να το καταλάβει ,έκανε και έπεσε και φάνει το μαυρομάνικο, το δίκοπο μαχαίρι.     

Και συνέχισε να της λέει: Άκουσε και βάλε το καλά στο μυαλό σου.                           

Εάν την άλλη φορά που θα έρθω και δεν σε ιδώ με της αρραβώνας το δακτυλίδι στο δάκτυλο, στο χέρι

και να έχει καθοριστεί κιόλας η ημέρα του γάμου, θα σε βάλω στο ίδιο αίμα και σένα και αυτόν τον άλλον

και ούλο του το σόι!...                                                                                                    

Και της τράβηξε άλλη μία μπούφλα ,τα λόγια του να καταλάβει, καλά για να τα εμπεδώσει!         

Με σταθερό βήμα έκανε δύο, τρείς αγρασκελιές, γύρισε το κεφάλι του πίσω, της έριξε ένα βλέμμα, μια ματιά,

σαν να την έσφαξε και ασυγκίνητος, θυμωμένος, έφυγε!                                                  

Η εξαδέλφη αναμαλλιασμένη, όπως ήτανε επήγε και επήρε τηλέφωνο τον δικό της, του είπε όλα τα συμβάντα,

κατά γράμμα, τα καθέκαστα και με τον εξάδελφό της!                                             

Αυτός την μώρωσε, την καθησύχασε, της είπε λίγο υπομονή να κάνει, όλα θα γίνουνε στην ώρα τους με τάξη

και δεν θα προφτάσει, δεν θα προκάνει, δεν θα την αφήσουνε,

ο Βέργος να πάει να την ξεκάνει!                                                                                                                                             

Ο νεαρός το είπε στην μάνα του, στα αδέλφια του και σε όλους τους συγγενείς του, αυτό που του συνέβη.

Όλοι την κοπελίτσα, την θέλανε του είπανε όλοι οι συγγενείς του, καλή είναι η επιλογή του να μη την χάσει !

Και όλοι μαζί του είπανε, να πάνε να την αρραβωνιάσει!                                    

Στα γρήγορα τα κανονίσανε και πήγανε, οι πιο στενοί συγγενείς, γονείς, παππούς και αδέλφια,

στο σπίτι της κοπέλας, τα αρραβωνιάσματα ,το καπάρωμα ,το δακτυλίδι της αρραβώνας .                    

Και για σύντομα κανονίσανε και επέμενε η μάνα του παιδιού για να γίνει και γάμος .                       

Η μάνα της τσούπας έφερε τις αντιρρήσεις της.                                                                               

Πιο πίσω λίγο ήθελε να πάει ο γάμος, για να ετοιμάσει της τσούπας τα προικιά της.                     

Και η συμπεθέρα , η μάνα του γαμπρού της είπε : Τι θα ετοιμάσεις τώρα συμπεθέρα μου!              

Τις γιούρτες, τα τσαγγόρλα, τα γιουρτάνια ;                                                                               

Γρήγορα, ετοίμασε την τσούπα να την πάρουμε, να μη την σακατέψει εκείνος ο Βέργος….           

Και τότε σακάτικη την τσούπα, τί να την κάνουμε ;....                                                                       

Από λύπηση να την πάρουμε ;...                                                                                                      

Ας αφήσουμε το κορίτσι όπως είναι στα συγκαλά του!...                                                                

Με όλα, τα σημάδια του Θεού και με την ομορφιά του!...                                                           

Πρώτα στην εικόνα της Παναγιάς τα δακτυλίδια σταύρωσε και φόρεσε ο γέρο παππούς τα χρυσά της αρραβώνας το δακτυλίδι,

 στα δύο παιδιά και τους ευχήθηκε, χρόνια πολλά να ζήσουν και πρόκοψη μεγάλη να έχουνε, τα χρόνια του να πάρουν

και να τα ξεπεράσουν!                                                  

Ο παππούς κόντευε τα εκατό να φτάσει!                                                                                      

Όλοι στην τσούπα τότε έβαλαν και από κάτι.                                                                                 

Και τότε όρισαν και συμφώνησαν το πότε θα γίνει και ο γάμος, τα στεφανώματα.                       

Αυτή την στιγμή πετάγεται η μάνα του γαμπρού και λέει, σε όλους στους συγγενείς της νύφης:      

Για πέστε σε αυτόν, τον ξάδελφο, δεν ξέρω πως τον λένε, την τσούπα να μη την αγγίξει!….        

Από σήμερα η τσούπα είναι δική μας, τώρα!                                                                                  

Μα τώρα καλά θυμήθηκα, πως Βέργο τον λένε!...                                                                          

Δεν θα τον βάλουμε δα και ραβδοκόπο!…                                                                                    

Την τσούπα δεν την λυπάται, να της λέει, πως θα της κάνει τέτοια πράματα;…                              

Της τσούπας να μη ξανά μιλήσει, μέχρι να γίνει ο γάμος!...                                                            

Και άμα θέλουτε και την ερχόμενη Κυριακή ο γάμος για να γίνει.                                                 

Εσείς την αλληκότια φέρνετε και τον καθυστεράτε!                                                                     

Δεν ξέρω τί περιμένετε, και τί κοιτάτε!..                                                                                     

Εμείς την τσούπα την θέλουμε , την αγαπήσαμε, το γρηγορότερο να έρθει στο σπιτικό της!            

Τί προίκα η τσούπα να ετοιμάσει; …. Και να της ετοιμάσετε;… Εσείς τώρα, συμπεθέρα!...              

Η τσούπα, την προίκα την είχε απάνω της ,την αξιοσύνη της,. την ομορφιά της και την καλή της την γνώμη!                                                                                                                                              

Που πάντα με το χαμόγελο ήτανε!...                                                                                                

Και από εδώ και πέρα θα είναι!...                                                                                                 

Από προίκα η τσούπα τίποτα άλλο δεν είχε, εκτός από τα απαλλαξίδια της…..                                 

Ο Βέργος  έμαθε από την θεία του τις εξελίξεις, τα συμβαίνοντα και από μόνος γέλαγε, με τα κατορθώματά του .

Δεν πήγαινε στο σπιτικό της θείας του, την εξαδέλφη του να μη την ιδεί, να μη την συναντήσει και την πληγή της ξύσει.

Και με το χρόνο θα της περάσει ο πόνος, ο θυμός, θα ξεχαστεί

θα σβήσει!...                                                                                                                       

Ο γάμος έγινε γρήγορα!... καθώς πρέπει!...                                                                                   

Την ημέρα του γάμου πολλοί από τους συμπεθέρους ρώταγαν ο ένας τον άλλον, για να πληροφορηθούν ,να μάθουν!...                                                                                                    

Ποιος είναι αυτός ο ξάδελφος ο Βέργος;....                                                                                      

Αλλά Βεργαίοι, ξαδέλφια, στον γάμο ήσαν πολλοί, και έτσι η περιέργεια μπερδεύτηκε!              

Έγινε ο γάμος, ευτυχισμένο το ανδρόγυνο, άνοιξε προκομμένα το σπιτικό του.                               

Σε γιορτή μαζευτήκανε οι συγγενείς.                                                                                            

Πήγε και ο Βέργος ο εξάδελφος, με το παραπάνω, το καθώς πρέπει!                                                

Η εξαδέλφη του, τον καλοδέχτηκε, τον χαιρέτησε, τον αγκάλιασε, τον φίλησε και είπε στον άντρα της:

Ο εξάδελφός μου, ο, ο, ο  ο Βέργος!                                                                                  

Γελαστά χαιρετηθήκανε, φιλήθηκαν και ειπωθήκανε, εξαδέλφια…                                         

Συνέχισαν, όμως μετά να κρυφοκοιτάζει χαμογελαστά, ο ένας τον άλλον, για τους δικούς τους λόγους….

Ευχαριστημένοι! …                                                                                                         

Ο λιγνός ο ξάδελφος,ο Βέργος πιότερο!...                                                                                     

Όταν τέλειωσε η γιορτή και φύγανε οι συγγενείς και όλοι οι καλεσμένοι,

τότε ερωτά, ο άντρας την γυναίκα του:                                                                                                                      

Αυτός ,είναι ο Βέργος, ο εξάδελφός σου;                                                                                      

Ναι. Αυτός είναι.                                                                                                                             

Ρε αυτός είναι;                                                                                                                              

Ναι, αυτός είναι.                                                                                                                              

Ρε αυτός είναι; Ρε αυτός είναι;

Είναι αυτός; Είναι αυτός και έκανε αυτά που έκανε;               

Ναι ,είναι αυτός.                                                                                                                               

Αυτός είναι που έκανε όλη αυτή την φασαρία ,το ανακάτωμα;                                                       Ναι....                                                                                                                                              

Ρε αυτός ήταν που έκανε την τόση αντάρα, και γύρισε ούλα τα πάνω, κάτω δεν άφησε  τίποτα στην θέση του.

Έκανε τα τόσα και να θέλει να κάνει και τα άλλα τόσα;                                                

Ναι ! Αυτός είναι!...                                                                                                               

Ρε ,αυτός είναι;… μου λες, αλήθεια;                                                                                                

Ναι, αυτός είναι, σου λέω αλήθεια!                                                                                            

Αυτός είναι που φοβέριζε και τα άλλα να κάνει, και έβαζε και νόμους και προθεσμίες....

Και άλλα τέτοια;                                                                                                                                            

Ναι σου είπα!...                                                                                                                               

Ο Θεός και όλοι οι Άγιοι να φυλάξουν!... Και μη χειρότερα!                                                         

 Δεν λες;... Ο Θεός φύλαξε… και δεν μου έδωσε καμία να με βρει σε τόπο να με σακατέψει;….    

Δεν το λες τούτο ;… Δεν το λες!...                                                                                                 

Και φοβήθηκα εγώ, αυτό ρε;....

Και εγώ νόμισα ποιος είναι;...                                                    

Είναι, είναι!.. Ότι είναι ο κάποιος!...                                                                                         

Νόμισα πως είναι κανένας παλαιστής, κανένας γίγαντας, κανένα αγρίμι, κανένα θεριό;                     

Ο Κύκλωπας!... Σου λέω!...                                                                                                        

Όπως σε άκουγα που έσκουζες και σε είδα σε είχε βαρεμένη!                                                                                                                                       

Να τον έβλεπες μόνο από μια μεριά πως έκανε, θα σου έλεγα αν είχες την ίδια γνώμη.                  

Και εγώ μέχρι τότε έτσι νόμιζα…. Αν τον ήξερα;…                                                                         

Θα το βούλωνα να γλύτωνα καμπόσες, από τις μπούφλες!                                                             

Δεν είδες και δεν ξέρεις!...                                                                                                             

Άλο να ιδείς και άλλο να ακούσεις….                                                                                 

Σηκώθηκε ο άντρας επάνω, κούναγε τα χέρια του, αγανακτισμένος με το εαυτόν του και έλεγε:     

Να ρε!.. Να!... Να φοβηθώ εγώ αυτόν τον ξάδελφο, τον Βέργο!                                                   

Είναι δεν είναι πενήντα κιλά!... Και μη χειρότερα….. και μη χειρότερα!....                                    

Τον έπιασαν τα γέλια….. ξεκαρδίστηκε!... και είπε:                                                                       

Κάτι ξέρανε αυτοί που έλεγαν:                                                                                                

 Φοβήθηκε το θεριό τον Γιάννο!...                                                                                           

Άρχισαν να γελάνε, ξεκαρδιστικά και οι δύο τους….                                                             

Έφτιαξαν καλή οικογένεια, απέκτησαν παιδιά και εγγόνια και κάπου, κάπου, θυμούνται το ξάδελφο τον Βέργο !...

Και μόνοι τους γελάνε, κακία δεν του κρατάνε!...                                                          

Για το καλό πάσκιζε…. και αυτός!..                                                                                                 

 Ο ξάδελφος ο Βέργος, σχεδόν γέρος τώρα, πίνει το κρασάκι του, επήρε περίσσια τα κιλά του.

ήσυχος θυμάται τα κατορθώματά του, γελάει και λέει:                                                                

Και… Ο Έ ρ ω τ α ς  σ τ ο  χ α λ ι ν ό  δ ε ν  μ π α ί  νει !.........                                                       

 Ε ί ν α ι  η  Ά ν ο ι ξ η  τ η ς  Φ ύ σ η ς!..                                                                                       

Η φ ύ σ η  κ ά ν ε ι  τ η  δ ο υ λ ε ι ά  τ η ς !...                                                                              

Μ η  τ ο ν, τ η ν, α λ λ η κ ο τ α τ ε!...

25.04 .2010 Γιάννης Στ Βέργος [Γορτύνιος]

 

ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ:

-Σειριά= συγγένεια

-Βολές= φορές

-Τεφαρίκι= το ζηλευτό, το όμορφο το πιο ωραίο που το θαυμάζουν και θα ήθελαν να είναι δικό τους.

-Αγκωνάρι=ο ακρογωνιαίος λίθος, πελεκητή, σκαλιστή πέτρα στην γωνία της οικοδομής.

-Χαλινός= εργαλείο που τιθασεύει το άλογο και το κατευθύνει, προσαρμόζεται στην καπιστριάνα των υποζυγίων

 -Μπαμπέσης= αυτός που δεν πρέπει να του έχεις εμπιστοσύνη. Αυτός που τον εμπιστεύεσαι και σε προδίνει δολίως, δεν κρατά την υπόσχεσή του

-Χαμπάρι= αίσθηση, είδηση, γνώση, μήνυμα,αντίληψη.

 -Ροφιάς= ορμητικό ποτάμι. χρησιμοποιείται μεταφορικώς, είναι ο ποταμός Δούναβης

-Τσιλιχρός= αδύνατος, λιγνός

 -Μαυρομάνικο μαχαίρι= Το μαχαίρι που η λαβή του ήταν μαύρη. Ήταν κατασκευασμένο από κέρατο ,τσέπι μαύρο χρώματος τράγου. Ήταν --φυλακτό και εργαλείο των βοσκών. Το έφεραν στην ζώνη τους για φυλακτό ,οι νέοι για τα μάγια, για τα νεραϊδικά, για τους κακό ίσκιο τους και στοιχειωμένους τόπους , έτσι έλεγε η παράδοση. Αλλά συνήθως ήταν κάτι που ψυχολογικά έδιωχνε τον φόβο, τις νύκτες σε έρημους τόπους .Είχαν την αίσθηση ό τι είχαν κάποια επιπλέον δύναμη μαζί τους, άγνωστη βοήθεια σε κάθε κίνδυνο . Απέτρεπε κάθε κακό!

-Δίκοπο μαχαίρι= το μαχαίρι που ήταν κοφτερό και από τις δύο όψεις, δεν ήταν καθημερινής χρήσεως, φυλακτό ως άνω, το χρησιμοποιούσαν σε εξαιρετικές περιπτώσεις, απειλής ,κινδύνου και ανάγκης.

 -Λίγωσε= λιγώνω= λιγοστεύω, μικραίνω, βλέπω το αποτέλεσμα μετά από το μάλωμα την παρεξήγηση και λιγοστεύει η όρασή μου από ντροπή ,από λύπηση, μετάνιωμα μετά από δίκαιο ή άδικο μάλωμα, λυπημένο βλέμμα.

 -Αγρασκελιά= βήμα μεγαλύτερο από το συνηθισμένο, τόσο όσο ανοίγουν τα δύο σκέλη κανονικού άντρα .

-μπούφλες= είναι τα σκαμπίλια χωρίς, καμία επιφύλαξη, με, όψη και ανάποδα κτύπημα του χεριού, με πολύ θυμό, ασυλλόγιστα.

 -γιούρτα= μακρύ γυναικείο ,ράσινο, μάλλινο ένδυμα εξωτερικό, εφαρμοστό από τους ώμους ,πλάτη στήθος, μέση ,γοφούς έως γόνατα. Χειμωνιάτικο ένδυμα.

 -γιορτάνι= γιορτινό, κεντητό γυναικείο γελέκο, εφαρμοστό από τους ώμους, πλάτη, κοντό στην μέση, εφαρμοστό εμπρός ,κάτω του γυναικείου στήθους ,εις τρόπον να το εμφανίζουν στητό.

 -τσαγγόρλα= αντρικό εξωτερικό κεντητό, ράσινο, μάλλινο ένδυμα ,εξάρτημα της γιορτινής στολής της φουστανέλας. Εφαρμογή από τους ώμους ,πλάτη ,μέση, στήθος με δυνατότητα να σταυρό κουμπώνει με τσαπράκια, με δυνατότητα να γίνονται ανοιγμένα σε σχηματισμό, βέ κεντητά πέτα. Έφερε κεντητά έκ των ώμων αναδιπλούμενα σε όπισθεν σχηματισμό μανίκια , μέση, πλάτη, κεντημένη .

 -ραβδοκόπος= αυτός που κτυπάει με το ραβδί ,ραβδούχος, ο παλαιός αστυνομικός που εκτελούσε την εκ του νόμου επιβαλλομένη ποινή του ραβδισμού. Ο νταής, ο τσαναμπέτης.

 -αλληκότια=η ανεπάντεχη καθυστέρηση, χωρίς λόγο, αφορμή και αιτία καθυστέρηση με κίνδυνο αλλαγής των δεδομένων και ματαίωση της δουλειάς

-απαλλαξίδια= τα ρούχα, ενδύματα, συνήθως εσώρουχα, που αλλάζουμε και τα έχουμε για πλύσιμο.

-λίγωσε= λιγώνω =γίνομαι λίγος, κουράζομαι, λιγοστεύει ο θυμός,υγραίνεται το μάτι από μετάνοια και λύπηση για πράξη θυμού και στενοχώρησε κάποιον, κατάσταση πριν το δάκρισμα.[λίγωσε ή λίγγωσε]


Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Τη μεγαλύτερη θητεία ως πρόεδρος του Συνδέσμου Σερβαίων έκανε ο γιατρός Ιωάννης Δ. Δημόπουλος. Συνολικά χρημάτισε πρόεδρος 21 χρόνια (1936-1953, 1956 και 1962-1964). Επί προεδρίας του χτίστηκε το σχολείο στο χωριό, συνεχίστηκε το χτίσιμο της εκκλησίας της Κοίμησης της Θεοτόκου και έγινε η διάνοιξη του δρόμου για αυτοκίνητα από το Αγιώργη Σαρά μέχρι το χωριό.