Ι. Στ. Βέργου

 Μα σαν θα διαβάσει κανείς ξένος, απόμακρος, αλαργινός, περαστικός, διαβάτης, ούλλα…  αυτά  τα καλά που γράφονται στην εφημερίδα μας Αρτοζήνος και στην ιστοσελίδα του συνδέσμου μας, για αυτό το χωριό και για τους ανθρώπους του, που έχει, την καλοσύνη τους και τις καλές τους πράξεις, που αυτοί κάνουνε, με λόγια και με έργα.

Πράξεις καλοσύνης, αλληλεγγύης, προκοπής και αγάπης, θα τους θαυμάσει!....

Όμως θαυμάζοντας  τους θα αναρωτηθεί και θα  ειπεί:
Που είναι;…
Που είναι αυτό το χωριό;


Που είναι αυτοί οι άνθρωποι;
Που είναι αυτός ο παράδεισος;
Που είναι αυτός ο τόπος;…
Που εκεί κατοικούν μόνο άνθρωποι… Άγγελοι!...
Εκεί πρέπει να πάω – θα πάω και εγώ να κατοικήσω!…
Μήπως, μου δώσουν, η τους κλέψω το κάτι τις, από την καλοσύνη τους, γιατί θα με φάει η ζήλεια…
Και αν δεν θελήσουν να με δεχτούν, δεν με θέλουνε για κάτοικο του χωριού τους, ας με δεχτούν, έστω για λίγο, για πιστικό, για υπηρέτη… Όπως και να είναι… θα είναι καλό!..
Κάλιο εκεί, καλύτερα από εδώ, τώρα εκεί,  θα περνάω!...
Το κάτι τις,  το τίμιο, το ηθικό, το ενάρετο, την προκοπή μπορεί από αυτούς να διδαχτώ και από αυτούς να πάρω… Παρά εδώ, όπως,  είμαι τώρα…
Θα γαληνέψει η σκέψη μου, θα μαλακώσει η ψυχή μου και θα ησυχάσει ο νους μου!.. Εκεί- εκεί, θα πάω να μείνω!...
Από τον φόβο  μου όμως, μη κάνει κανείς, το αστείο, το αποτόλμημα, και!…
Θα τους ειπώ:

Το χωριό το λένε Σέρβου-Γορτυνίας

Πως Σέρβου Γορτυνίας, το λένε αυτό το χωριό, στην Αρκαδία είναι αυτός ο τόπος. Κοντά, δίπλα, απέναντι, έχει αυτό το χωριό το ιστορικό βουνό του, τον Αρτοζήνο, που όπως  το λένε όλοι οι άλλοι, είναι καλύτερο χωριό από όλα, τα άλλα!...
Όμως θα τους ειπώ, να μάθουν, πως δεν κατοικούν εκεί μονάχα οι Άγγέλοι!...
Για να έχουνε τα μάτια τους ανοιχτά, να έχουνε το νου τους…
Έχει και εκεί εισχωρήσει από τα παλιά τα χρόνια, η λίγη-λίγη μόλεψη, ο λίγος- λίγος…  ;;;…  σατανάς και κάθεται ο διάβολος, σταυροπόδι!..  
Και όσο  να προσπαθήσανε και προσπαθούμε, με μπόλικο νερό που ο τόπος έχει,  την λώβα, να  ξεπλύνουμε, τη μόλεψη, να ξεπαστρέψουμε και με μπόλικο  λιβάνι καίγοντας αυτόν, να τον διώξουν!..  και να τον διώξουμε!..
Τίποτα…
Μα αυτή- αυτός δεν ξεπαστρεύεται!..
Η μόλεψη δεν φεύγει!...
Ματακυλάει!... 
Και αυτός, ο διάβολος, μας ξεγελάει!...
Και πίσω, το πίσω  στρίβει και στρώνεται φαρδιά-πλατιά απρόσκλητος στο παραγώνι…
Όσο μπορούμε και από το χέρι μας περνάει, τον καλοπιάνουμε, τον ποτίζουμε κρασί,  ρακί και τσίπουρο, να ζαλιστεί, να κοιμηθεί, να αργήσει να ξυπνήσει.  
Και όταν ξυπνήσει, εκεί,  αυτόν, όσο μπορούμε τον κουκουλώνουμε να μη φαίνεται τουλάχιστο  παραέξω.
Δεν θα βαρέσουμε δα και την καμπάνα του χωριού, δε θα τον βγάλουμε τελάλη…. Δεν θα τον βάλουμε  και στη εφημερίδα μας,  να φαίνεται δα  και πρώτη μούρη, στη μόστρα!...
Πως ο σκατογένης, ο τρισκατάρατος, ο διάβολος,  εκεί είναι και κάθεται σταυροπόδι στη Ράχη, στο χωριό μας… 
{ Μέχρι εκεί μας κόβει}.
Μα όλους  εκεί τους ανθρώπους, πολλές φορές μαζικά τους πιάνει το φιλότιμο και οι περισσότεροι έχουνε ψυχή, μορφή, Αγγέλου!
Ας κάνουνε κάπου-κάπου τις διαβολιές τους, για να μη τους πιάνει  η άνοια, η πλήξη… για να έχουνε  το κάτι τις να… μολογάνε.  
Η διαβολιά, έχει και αυτή το γούστο της, θέλει και αυτή  την τσαχπινιά της!...
Έχει την εξυπνάδα της!..
Έχει την νοστιμιά της!..

Οι διαβολιές
Αυτές, τις παλαιές τις διαβολιές θα αποπειραθώ να καταγράψω, από όσες σαν ήμουνα παιδί θυμάμαι. Έχουν και  αυτά με τα χρόνια την σημασία τους, έχουνε και αυτές την διδαχή τους, έχουνε  τώρα, την ομορφιά τους...
Και αν αναφερθούνε πρόσωπα και ονόματα ίσως να μη ανταποκρίνονται στα γεγονότα, γίνεται χάριν της διήγησης σεβόμενος την μνήμη τους.
Και ας αρχίσω  σιγά-σιγά  από την αρχή του χρόνου:

Τα κάλαντα του Άγιου Βασίλη.
Από την αρχή μηνιά και αρχή χρονιά, τα κάλαντα του Άγιου Βασίλη!... Παιδιά, τότε, σαν ήμαστε,  παρέες-  παρέες με φίλους τα κάλαντα σε όλα τα σπίτια πηγαίναμε και λέγαμε, για να μας δώσουνε και εμάς τον κόπο μας, το σύκο από την τσαπέλα, το καρύδι, το χαλβά!...   
Από το πουγκί, από τον κόμπο στο μαντήλι, σπανίως έβγαινε- βγάζανε την τρύπια δεκαρούλα!...
Ανάθεμα την ανέχεια…
Και μερικοί…  αντί για το φίλεμα, με τσαχπινιά προσπαθούσαν να μας διώξουν!.. 
Με το να μας ειπούνε:  
Και λέγανε:
Τώρα μεσημέριασε, τώρα …τα είπανε οι άλλοι!... Του χρόνου να έρθετε μπονόρα- μπονόρα,  πρωί-πρωί προτού να σκάσει στον Αρτοζήνο ο ήλιος…
Και εμείς εκεί,  κολλιτσίδα, δεν φεύγαμε, επιμέναμε τα λέγαμε μη τυχόν η νοικοκυρά φιλοτιμηθεί και μας δώσει  και εμάς τον κόπο μας, το σύκο,  την μια κοκοσιούλα , το ένα, το κάτι τις,  το ένα το καρύδι!… 
Τον χαλβά!.. Που μέσα  επάνω στην φωτιά μύριζε και γαργάλαγε και αυτός την μύτη μας, αντάμα τον λάρυγγα μας!..
Που τότε έτρεμε από το κρύο και από την πείνα… το φυλλοκάρδι μας, η κοιλιά μας…
Μόλις παίρναμε το φίλεμα, στυλωνόταν η καρδιά μας!..  
Τότε εμείς της ευχόμαστε χρόνια πολλά, χρόνια καλά στο σπιτικό της και χρόνια πολλά στο παππού και να είναι καλά που φύτεψε την καρυδιά…  του χρόνου να κάνει περισσότερα καρύδια,  να πάρουμε και εμείς από τον παππού μπόλικα  τα φιλέματα,  που αυτός είναι φιλότιμος και δίνει και πολλά λεφτά και  περισσότερα καρύδια, δεν είναι τσιγκούνης… σαν την αφεντιά σου!...

Για να πάρουμε την απάντηση:

Άστε- άστε τώρα… Πηγαίνετε,  πηγαίνετε, πηγαίνετε και αλλού…
Ευχές θέλει ο παππούς, η κακή σουβάλα να του έρθει… που τώρα… τρώει  χαράμι το ψωμί!… και το κρασί, σαν νεροφίδα πίνει!...
Και θα λείψει, θα λειπάσει από τους νέους, τους χρήσιμους ανθρώπους…
Εσείς όμως, αυτά δεν τα καταλαβαίνουτε, δεν χαμπαριάζετε από τέτοια!...
Μη λέτε όμως τέτοια πράματα, τέτοιες ευχές για γέρο μη δίνετε...
Εσείς είσαστε παιδιά αδιαβόλευτα και μπορεί να είναι η ώρα ανοιχτή και να τα ακούσουν, τα ουράνια!…
Τότε, κακή μου ημέρα και χρονιά….
Του χρόνου πέστε,  να είναι εκεί, εκεί πέρα στην ράχη!...
Να…  είναι- να είναι τουμπανιασμένος….
Τότε θα είναι καλά!.. Το καλλίτερο από όλα!..
Αυτή την ευχή, αυτά, τα λόγια πέστε για να πιάσουν, και αν πιάσουν, του χρόνου να έρθετε, να σας δώσω πλιότερα καλούδια, να αδειάσω την κασέλα…
Αλλά όπως το πάει αυτός, δεν το έχει τέτοιο σκοπό βαλμένο, θα μας ταβουλιάσει,  θα μας βάλει μπροστά πρώτα όλους… και μετά… θα ιδούμε!... 
Θα το  έχει βουλή, βαλμένο;…
Με όλες αυτές τις ψαλμωδίες, εμείς παίρναμε το καρυδάκι μας και χασκογελάγαμε με τα λόγια, τα καμώματα της γιαγιάς.
Αλλά τώρα, καλά καταλαβαίνω:
Όπως μου φαίνεται,  τον γέρο, άνθρωπο κανείς δεν συμπαθάει -  κανείς από καρδιάς δεν αγαπάει και  πλειότερο αν έχει πιάσει το κρεβάτι… Που τότε δεν παίρνανε οι γέροι τίποτα, ούτε την μικρή αγροτική συνταξούλα, δεν είχανε ούτε δεκάρα…

Να χαθεί ο γέρος όταν γερνάει

Πρώτη- πρώτη και καλύτερη τον βαριέται, τον σιχαίνεται η κυρά του και από κοντά έρχονται και οι άλλοι… και ας αφήσουνε τα λόγια, τα μανταλώματα… του… κ.. άλλου τα καμώματα…
Τρώγοντας τα φιλέματα, το σύκο, το καρύδι, την ξερή μουσταλευριά και κανένα μουστοκούλουρο, γλυκάθηκε το στόμα μας και χόρτασε η κοιλιά μας.

.

Τα κάλαντα στην αγορά 
Μετά πηγαίναμε στην αγορά- στα μαγαζιά  στους μεγάλους άντρες, να τα ειπούμε εκεί, σε αυτούς τα κάλαντα, σε νουνούς, συγγενείς,  μεγάλα αδέλφια, ξαδέλφια, κουμπάρους  και μπαρμπάδες.
Αυτοί από ντροπή, στην αγορά μας δίνανε τις τρύπιες δεκαρούλες, και τις μπουρλιάγαμε στην κλωνά -  στην κλωστή την κόκκινη, το στρίμα, που κόβαμε κρυφά- κρυφά, από τον αργαλειό, τον λάκκο.   Και μπερδεύαμε και παιδεύαμε, γιαγές,  μανάδες και αδερφές, στον αργαλειό, σαν πήγαιναν να υφάνουν!...
Οι μαγαζάτορες δεν μας έδιναν λεφτά, μας έδιναν από το μαγαζί, ανάλογα τα προφαντά τους.
**Στου μπάρμπα Αλούπη το μαγαζί, μας φίλευε ο μπαρμπα Θοδωρής βραστό μεζέ με αλοτοπίπερο και από κρασί, σε ρώταγε, μας ρώταγε, αν θέλουμε και άλλο!... Και στο φεύγα, μας έδινε για το καλό του χρόνου, σε όποιον πρόφτανε και μια κλοτσιά στον κώλο.
**Στου Κερμπεσιώτη στου τσαγγαράκου μας φίλευε κρασί με ένα ψίχουλο από ρέγγα. 
**Στου μπάρμπα Βασίλη του Μπόρα του κουτσού, εκεί που είχε και την γιορτή του, μας φίλευε οπωσδήποτε το λουκουμάκι. Και εκεί, εμείς τα παιδιά προσπαθούσαμε,  με τα δάκτυλα να κλέψουμε, να γλύψουμε, από την κάσα  που είχε τα λουκούμια, την  λουκουμόσκονη!...  Και την ημέρα αυτή, την κάσα με τα λουκούμια την είχε μπαρέδω… Και τις περισσότερες φορές αυτός μας έβλεπε, και γέλαγε… 
Την ημέρα αυτή δεν μας μάλωνε καθόλου, και εμείς πηγαίναμε από δύο, τρείς φορές για το λουκουμάκι ο καθένας μας και λέγαμε τα κάλαντα με αλλαγή παρέας, για να τον μπερδεύουμε, να μη γνωριζόμαστε… να τον ξεγελάμε!...
Να παίρνουμε το λουκουμάκι!..
Αλλά, η λουκουμόσκονη, τις περισσότερες φορές, όλα… τα μαρτυράει!….
**Στου μπάρμπα Μήτσου του Βέργου το μαγαζί, το εμπορομπακάλικο- ταβέρνα, αυτός μας έδινε, τα αρωματικά ζαχαράτα και αν από τα παιδιά ήτανε στην παρέα  συγγενής, τότε μας έδινε σε όλους κρασί και μεζεδάκι.
**Και στου μπάρμπα  Γιώρη του  Παναγόπουλου του Κατσέπα το εμπορομπακάλικο αυτός ήτανε τότε ηλικιωμένος, γέρος, δεν έβλεπε και καλά μας έδινε  μέσα από ένα τσίγκινο κουτί θυμάμαι, τις ωραίες καραμέλες νάσκο!
Εκεί σε αυτό το μαγαζάκι, όλα τα παιδιά του κλέβαμε τότε την ζάχαρη!
Θεός όλους να τους συγχωρέσει...
Ο παππούς ο Γιώρης  ο κατσέπας δεν έβλεπε τόσο καλά.
Και να... και το ένα, το καλό της στραβωμάρας!...
Γλύκανε την γλώσσα, τον λάρυγγα, τότε των παιδιών και τώρα όσοι τα θυμούνται αυτά, κάπου-  κάπου, του ανάβουνε στην εκκλησιά μας  το κερί, τον μνημονεύουνε, και για την ψυχή του προσεύχονται γαλήνια, αναπαυμένη να είναι.

.

Πως κλέβαμε τη ζάχαρη
Και για να μη μείνετε με την απορία, πως τα μικρά παιδιά, του κλέβαμε τότε την ζάχαρη,  το μυστικό  τώρα θα το  ειπώ, τώρα θα μαρτυρήσω!..
Τώρα που έχει περάσει η παραγραφή!..
Δεν φαντάζουμε να με πιάνει – να μας πιάνει δα και ο ποινικός ο νόμος!..
Αν αυτό συμβεί, τότε θα πάρω άθελά μου και όλους τους άλλους στο λαιμό μου!..
Που τότε ήταν μυστικό και τι μυστικό, γλυκό μυστικό, ευχάριστο!...  Νομίζω, πως δεν θα κάνω κακό, αν θα το μάθουνε τώρα τα παιδιά, και αυτά εμάς  σε αυτό, μας μιμηθούνε;..
Ας μας μιμηθούν σε αυτό!... Αλλά και σε όλα… Τα άλλα!...
Τώρα είναι επάρκεια, μυρίζει η χορτασίλα… και την ζάχαρη την περιφρονούνε!..  
Που τότε  όμως, ήταν προφαντό, μόνο για φάρμακο!..Την δίνανε με οικονομία με το χαμομήλι στους αρρώστους!...
Το ένα παιδί το έλεγε στο άλλο, τον τρόπο της κλεψιάς, το μυστικό,  στα μυστικά, στο  έμπιστό του, τον φίλο του και όλα τα παιδιά το ήξεραν, χωρίς κανένας, να τα ξέρει.
Και  ποιος ήτανε ο τρόπος, το μυστικό, που όλα τα παιδιά το ήξεραν;...
Να, ποιος ήταν:
Όταν παγαίνανε τα παιδιά  με ένα αυγό στο χέρι,  για να ψωνίσουνε με το μπουκάλι πετρέλαιο  στο μαγαζί, για την  λάμπα την τσιμπλού,  ο μπαρμπα Γιώρης ο κατσέπας έπαιρνε το αυγό, και το έβαζε μέσα σε ένα καλάθι με άχυρα.
Είχε απόμακρα σε μια γωνιά του μαγαζιού  το ντεπόζιτο με το πετρέλαιο.
Πήγαινε σιγά-σιγά να πιάσει από το ντεπόζιτο με την κάνουλα  πετρέλαιο, να βάλει στο μπουκάλι και η προσοχή του ήτανε στην κάνουλα, να μη του χυθεί το πετρέλαιο και του μυρίσει τα εμπορεύματα.
Δεν φανταζότανε ποτέ πως στο μαγαζί την στιγμή αυτή μπήκε, όχι παιδί, αλλά ο διάβολος...
Η  Ζάχαρη ήτανε μέσα σε πάνινο σακί, ανοιχτή από πάνω, δίπλα από το ρύζι μπροστά -  μπροστά στο πάγκο.
Όπως αυτός ήτανε σκυφτός και δεν έβλεπε, το παιδί έβαζε το δάκτυλο του στο στόμα του, το σάλιωνε και το ακούμπαγε  έξυπνα με ανοιχτά τα δάχτυλα, την παλάμη στην ζάχαρη. 
Η ζάχαρη κόλλαγε στο δάκτυλο και αν πρόφταινε την έγλυφε και το επαναλάμβανε, εάν δεν πρόφταινε, άφηνε την ζάχαρη στο δάχτυλο και το έγλυφε όταν έφευγε και γλυκαινόταν η γλώσσα του, το στόμα του, ο λάρυγγάς του.
Η  όλη διαδικασία γινότανε με το δάκτυλο του αριστερού χεριού, με το δεξί χέρι πιάναμε το ψώνιο.
Τότε όλα τα παιδιά βύζαιναν το δάκτυλο τους, λες και κάτι τα είχε πιάσει, λες και ήσαν χαζά και τώρα καταλαβαίνω, πως όλλα αυτή την δουλειά,  την διαβολιά έκαναν, αγόρια και κορίτσια.
Στην ζάχαρη του μπάρμπα Γιώρη του Κατσέπα, έβαζαν το δάκτυλο τους!... 

Γιάννης Στ Βέργος{ Γορτύνιος]
06.11 .2010

.

(ΧΙΜ)


Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Η διάνοιξη του δρόμου από τον Αγιώργη το Σαρά μέχρι το χωριό, μήκους 12 χιλιομέτρων έγινε το 1950. Οι Σερβαίοι διέθεσαν τις μερίδες τους από τη βοήθεια της UNRA που πουλήθηκαν για να συγκεντρωθούν χρήματα για την μπολντόζα. Επίσης δούλεψαν προσωπική εργασία όλοι οι ενήλικες του χωριού. Οι Αραπαίοι, επειδή είχαν να περπατήσουν μια ώρα παραπάνω από τους Σερβαίους, για να φθάσουν από το σπίτι τους στο έργο και μία να γυρίσουν, κοιμόσαντε το βράδυ εκεί που δούλευαν.