Από το βιβλίο του Ιερέα Χρήστου Αθ. Κομνηνού «ΛΥΚΟΥΡΕΣΗ – ΓΟΡΤΥΝΙΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑ-ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΑΘΗΝΑ 1996»
Η
ενδυμασία της τότε εποχής δεν έχει καμία σχέση με το σήμερα. Δεν υπήρχαν κουστούμια η πουκάμισα αγοραστά. Ότι φορούσαν, ήταν φτιαγμένο από το μαλλί των προβάτων τους.


psari_1932optimΟι άντρες φορούσαν τη φουστανέλα, το γιλέκο το τσόχινο με τα γαϊτάνια του, Το πουκάμισο που ταίριαζε με τη φουστανέλα, το σελάχι, τις κάλτσες με τις γονατάρες, το ζουνάρι, πλεχτό από μαλλί, στη μέση και στο κεφάλι για τραγιάσκα φόραγαν το φέσι το κόκκινο. Οι γεροντότεροι, εκτός από τη φουστανέλα, φορούσαν και το μπιντούρι. Αυτό ήταν από προβατίσιο μαλλί, υφασμένο στον αργαλειό. Το έστελναν στη νεροτριβή και ένας ειδικός τεχνίτης, ο «τερζής», το έφτιαχνε μαζί με το λεγόμενο ράσο.
Ο ράφτης που ερχόταν στο χωριό μας, θύμηση από τα παιδικά μου χρόνια, ήταν από τη Βυτίνα. Τον έλεγαν Γιώργη και τον φώναζαν με το παρατσούκλι «Σουσούμαλης», γιατί ήταν καλαμπουρτζής. Σε όποιο σπίτι πήγαινε να εργαστεί, την νοικοκυρά την έλεγε «Σουσουμαλίτισσα», για να του φτιάξει φαγητό καλό. Έραβε ράσα, κάπες κόζινες, μτιντούρια, γιούρτες για τις γυναίκες, γιλέκα. Όλα με τη βελόνα.
Όπως είπαμε το ύφασμα ήταν από προβατίσιο μαλλί. Μόνο η κάπα ήταν από μαλλί γίδας, η «κοζιά». Έριχνε τρίχα μέσα και έξω από τη νεροτριβή, για να στραγγάει το νερό. Η κάπα ήταν για τους τσοπάνηδες, όταν έβρεχε και όταν κοιμόντουσαν με τα γιδοπρόβατα στην εξοχή.
Το γιλέκο και τη φανέλα τα έπλεκαν οι γυναίκες με το βελόνι. ‘Ηταν η καθημερινή στολή του άντρα. Το σακάκι δεν το ήξεραν. Ακόμα και γαμπρός δεν το φόραγε, από το φόβο της κοροϊδίας.
Τα τελευταία χρόνια σακάκι, παντελόνι, παπούτσια θα φορούσε κάποιος που ήταν γιατρός, δάσκαλος, καθηγητής. Πράγμα πολύ δύσκολο γιατί δεν υπήρχαν οι οικονομικές δυνατότητες για κάτι τέτοιο.
Οι γυναίκες ύφαιναν στον αργαλειό το πανί και έφτιαχναν φουστάνια, μισοφούστανα για ζακέτες, περισκελίδες, πουκάμισα. Φορούσαν τη γιούρτα που τους έφτιαχνε ο μπαρμπα-Γιώργης, ο «τερζής».
Στον αργαλειό θα ύφαιναν και την ποδιά. Την έκαναν συνήθως κόκκινη και την κεντούσαν από τη μέση και κάτω με χρωματιστές κλωστές.
Κάποιες γυναίκες του χωριού έπλεκαν και τις λεγόμενες μπελερίνες. Στο κεφάλι φορούσαν το μπαρέζι. Τα κορίτσια είχαν άσπρη τσεμπέρα η μαντίλι κλαρωτό, συνήθως κιτρινωπό.
Πολλές φορές οι γυναίκες έπλεκαν και σκουφάκι για τους άντρες τους.
Απαγορευόταν η γυναίκα να κόψει τα μαλλιά της, τα δε φουστάνια κάλυπταν όλο το πόδι. Δεν ήθελε και πολύ, για να τους βγει τ’ όνομα.
Τα παπούτσια τους τότε ήταν τα γουρουνοτσάρουχα. Έβγαζαν το δέρμα από το χοιρινό, το έπλεκαν με λουριά, με μια μύτη μπροστά και το φορούσαν. Αλίμονό σου όμως αν τα «έβλεπε» πολύ ο ήλιος. Ξεραίνονταν τόσο, που ήταν αδύνατο να φορεθούν. ‘Επρεπε να βρεις νερό, να τα απαλύνεις και μετά να τα βάλεις στα πόδια σου.
Στη συνέχεια βρήκαν τη ρόδα από τα αμάξια. Έκοβαν ένα κομμάτι, του κάρφωναν ένα πετσί από τη μέση και μπρος, ενώ πίσω του έβαζαν ένα λουρί από το ίδιο το λάστιχο - το έλεγαν πισωλούρι και τα παπούτσια ήταν έτοιμα. Πολλές φορές όμως έσκαγαν από κάτω τα πόδια τους και δεν μπορούσαν να περπατήσουν. Το μόνο φάρμακο ήταν η κεραλοιφή.
Έλιωναν κερί με λάδι, το έβραζαν και το έβαζαν όπου είχε σκάσει το πόδι τους.
Τα παπούτσια αυτά τα είχαν και για κάθε μέρα αλλά και γιορτινά. Καμιά φορά που κοβόταν το πίσω λουρί στο δρόμο, το έπαιρναν στο χέρι και περπατούσαν ξυπόλητοι, εκτός και αν είχαν μαζί τους κανένα κομμάτι σύρμα και το επιδιόρθωναν.
Κάποια στιγμή παρουσιάστηκαν και τα τσαρούχια, τα αρβανίτικα. Αυτά τα έφτιαχναν ειδικοί τσαγκάρηδες. Μπροστά τους έβαζαν και φούντα.
Τελευταία εμφανίστηκε η βακέτα και οι άνθρωποι αγόραζαν ένα ζευγάρι παπούτσια για την εκκλησία η το πανηγύρι η όταν πήγαιναν συμπέθεροι. Τα είχαν για τα καλά τους. Το αδιάβροχο και σεβρό δεν το ήξεραν. Με τη βακέτα η τα τσαρούχια τα αρβανίτικα και τη φουστανέλα θα γινόταν γαμπρός.
Οι άνθρωποι τότε έπρεπε να στερηθούν τα πάντα, για να μπορέσουν να αγοράσουν τα κτήματα από τους Λαγκαδινούς η τους Δημητσανίτες, να τα σπείρουν και να βγάλουν γενήματα. Σιτάρι, κριθάρι, αραποσίτι, μαρτιάτικο. Αυτά ήταν η παραγωγή του χωριού. Όποιος είχε και γιδοπρόβατα, πουλούσε στον μπακάλη για να τα βγάλει πέρα.
Άλλες εποχές, άλλες έγνοιες, άλλες σκοτούρες.


Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Τη μεγαλύτερη θητεία ως πρόεδρος του Συνδέσμου Σερβαίων έκανε ο γιατρός Ιωάννης Δ. Δημόπουλος. Συνολικά χρημάτισε πρόεδρος 21 χρόνια (1936-1953, 1956 και 1962-1964). Επί προεδρίας του χτίστηκε το σχολείο στο χωριό, συνεχίστηκε το χτίσιμο της εκκλησίας της Κοίμησης της Θεοτόκου και έγινε η διάνοιξη του δρόμου για αυτοκίνητα από το Αγιώργη Σαρά μέχρι το χωριό.