Ι. Ν. Μαραγκού (1913-2014)

1941 Tripoli 24Dekembr.Ήταν γύρω στις 10 το πρωί, την Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 1940, όταν μάθαμε στο χωριό (από το ραδιόφωνο του Σχολείου), πως οι Ιταλοί μας κήρυξαν τον πόλε­μο. 

Σε λίγη ώρα η "Ράχη" και η αγορά είχαν γε­μίσει κυρίως από άντρες, αλλά και γυναικόπαιδα, όλοι ανήσυχοι και με θλημένα πρόσωπα. Όχι μόνο γι' αυτούς που θα έφευγαν για τον πόλεμο και κανείς δεν ήξερε αν θα γυρνούσαν πίσω,  αλλά και για τους άλλους που θα έμεναν στο χωριό, με χιλιάδες προβλήματα. 

Η είδηση για τον πόλεμο με τους Ιταλούς δεν ήταν τελείως ξαφνική. Κάτι υποψιαζόμαστε. Είχαμε μάθει για τη βύθιση του μεγάλου καραβιού μας τον περασμένο Αύγουστο, της γνωστής μας  «Έλλης», και ξέραμε  ότι ο πρωθυουργός Μεταξάς έφτιαχνε οχυρά, εκεί προς την Κομοτινή, τα γνωστά "οχυρά Μεταξά" (δούλευαν άλλως τε εκεί αρκετοί Σερβαίοι) και ξέραμε ακόμη πως ο στρατός συνέχεια καλούσε νέες κλάσεις για εκπαίδευση. Μάλιστα, επειδή καλούσε κάθε φορά διαφορετικά γράμματα,  λέγαμε: 

«Με το Σ και με το Ρ μάζεψε πολύ στρατό».

1941_Sereveoi_stratiotes
Εννέα Σερβαίοι φαντάροι έτοιμοι για το Αλβανικό μέτωπο.
Πάνω σειρά: Από αριστερά
Γ. Κλεισούρας, Μ. Δημόπουλος,
Κ. Γεωργακόπουλος, Θ. Μπόρας
και Στ. Βέργος.
Στη μέση: Ν. Διον. Βέργος, Δ. Βέργος και Κ. Δημόπουλος.
Κάτω: Μ. Κωνσταντόπουλος.

Να μη στα πολυλογώ, την άλλη μέρα πρωί-πρωί, κινήσαμε από το χωριό είκοσι εφτά παιδιά, που ανήκαμε στις κλάσεις του 1930-1940 (ηλικίες 20-30 χρονών). Μας συνόδεψε όλο το χωριό μέχρι την Τρανή-βρύση, με κλάματα και ευ­χές να γυρίσουμε ζωντανοί.  Δυστυχώς όμως,  από τους 27 μόνο οι 22 γυρίσαμε στο χωριό ζωντανοί και από αυτούς κάποιοι ανάπηροι.  Να έβλεπες κόσμο από την κάτω εκκλησιά μέχρι την Τρανηβρύση, όπως τη Μεγάλη Παρασκευή, που περιφέρουμε τον επιτάφειο. Θρήνος τη Μ. Παρασκευή για τη στραύρωση του Χριστού, μεγαλύτερος θρήνος τώρα που φεύγαμε για τον πόλεμο!

Με τα πόδια φτάσαμε στη Ζάτουνα, κάπου 4 ώρες δρόμο.  Περπατούσαμε ο ένας πίσω τον άλλο, χωρίς να μιλάμε, αλλά με το κεφάλι ψηλά. Είμαστε θυμωμένοι που οι Ιταλοί μας κηρύξανε τον πόλεμο, αλλά υπερήφανοι που θα τους πολεμούσαμε και αποφασισμένοι ακόμη και να πεθάνουμε.

Εκεί ανεβήκαμε στην καρότσα ενός στρατιωτικού φορτηγού και πήγαμε σε ένα στρατόπεδο έξω από την Τρίπολη, στο χωριό Αχούρια. Ντυθήκαμε τα στρατιωτικά, μοιραστήκαμε σε λόχους και αρχίσανε οι ασκήσεις. Εγώ ήμουνα στο λόχο πολυβολητών, ζευγάρι με το Μήτσιο το Μπόρα (Πλημμύρα). Μία ο ένας πολυβολη­τής και μία ο άλλος ο άλλος γεμιστής. Στον ίδιο λόχο με άλλες ειδικότητες ήταν ο Χάκος ο Σχίζας και ο Κώτσιος ο Παγκράτης (αδερφός του φρούραρχου).

Από τα Αχούρια φύγαμε μετά τη 10ήμερη εκπαίδευση, με προορισμό την Ήπειρο. Το Τάγμα μας αποτελεί­το από 3 λόχους τυφεκιοφόρων, ένα λόχο πολυβολητών και τις μονάδες υποστήριξης. Διοικητής του ήταν ένας ταγματάρχης από το χωριό Πυρί της Ηραίας, που τον έλεγαν Παρασκευόπουλο. Καλός άνθρωπος, μας ενέπνεε και μας έδεινε κουράγιο.  

   Μετά κάμποσες ημέρες φτάσαμε στην Ήπειρο, περά­σαμε ένα γεφύρι που το λέγανε "γέφυρα της Παπαδιάς"  και κατασκηνώσαμε σε μια περιοχή που τη λέγανε "ο  Κάμπος του Δεσπότη". Ο καιρός ήταν περα για πέρα χει­μωνιάτικος, με πολύ χιόνι, πολύ κρύο και πολλή λάσπη. Μα  το χειρό­τερο από όλα ήταν οι ψείρες που είμαστε όλοι γεμάτοι και μας τρελαίνανε στη φαγούρα.  Όλοι ξυνόμαστε. Το μόνο "καλαμπούρι" που άκουγε κανείς σε αυτή τη βαρυχειμωνιά και το δράμα της ζωής, είχε σχέση με τις ψείρες... Έβαζε κάποιος το χέρι του στη μασχάλη έπιανε κάμποσες από δαύτες και μετά ρώταγε τον διπλανό του, απλώνοντας το χέρι: Ζυγές ή μο­νές;

Αυτό το μήνα, στις 5 του Νοέμβρη , είχαμε και τον πρώτο νεκρό πατριώτη, το Διαμαντή το Βέργο, που έπεσε ηρωικά μαχόμενος, κοντά σε ένα χωριό που το λέγανε Μπίγλιστα.

Από τον Κάμπο του Δεσπότη φύγαμε περί τα τέλη Νοεμβρίου, με προορισμό το μέτωπο. Περά­σαμε τα Έλληνο-Αλβανικά σύνο­ρα και στρατοπεδεύσαμε εκεί κο­ντά, σε μια Αλβανική περιοχή που την λέγανε Τσιμπούνα, απέναντι από τον Αώο ποταμό. Στην περιο­χή αυτή υπήρχε ένα μοναστήρι. Μπήκαμε μέσα και θυμάμαι που στον τοίχο ήσαν γραμμένα Σερβαίικα ονόματα. Τι και πως δεν ξέρω. Μάλλον είχαν δουλέψει εκεί Σερβαίοι μαστόροι, όταν  φτιάχνανε το μοναστήρι!

1941_Tripoli_24Dekembr.

Ο αξιωματικός στην πάνω σειρά είναι ο δάσκαλος Γ. Δάρας και πίσω του ο Παπαγιάννης.

Στην κάτω σειρά αριστερά ο Παρασκευάς Χ. Στρίκος και δεξιά ο Γ. Τρουπής (Γκράβαρης).

 Όλο το Δεκέμβριο προχω­ρούσαμε αργά στο Αλβανικό έδαφος.   Κατασκηνώσαμε στις περιο­χές "Γκολέμη", "Κατσούφλιανη" και τις ημέρες των Χριστουγέν­νων στην περιοχή "Προγονάτη", που η μισή ήταν στα χέρια των Ιταλών και η άλλη μισή στα χέρια των Ελλήνων.

Αλβανό σε όλη αυτή την διαδρομή δεν είδαμε πουθενά (η Αλβανία ηταν με το μέρος των Γερμανο-Ιταλών). Ήταν όλοι κρυμμένοι. Κάτι μικρά σπιτά­κια - καλυβάκια τα είχαν αδειάσει. Μόνο σε ένα σπίτι θυμάμαι ότι βρήκαν οι δικοί μας κάτι αρα­ποσίτια, που τα βράσανε και τα φάγαμε. Αυτή η περιοχή  της Αλβανίας είναι ορεινή, βραχώδης και άγονη.

Στην περιοχή της Προγονάτης κατασκηνώσαμε κοντά σε ένα ρέμα. Εκεί που καθαρίζαμε το χιόνι για να στήσουμε τη σκηνή θυμάμαι πως πάτησα πάνω σε έναν σκοτωμένο που δεν φαινό­ταν, γιατί τον είχε σκεπάσει το χιόνι. Συνηθισμένο φαινόμενο, που δεν μας έκανε εντύπωση. Στον πόλεμο αλλάζει η ψυχολογία και ο τρόπος σκέψης του ανθρώπου!!. Βλέπεις με άλλο μάτυ τα πράγματα. Η ζωή και ο θάνατος είναι πολύ κοντά.

Παντού ήταν σκοτωμένοι, όπως και πολλά ψόφια ζώα, με τουμπανιασμένη τη κοιλιά τους. Ξέραμε πως την ίδια τύχη μπορεί να είχε οποιοσδήποτε από μας, οποιαδή­ποτε στιγμή. Το θέμα ήταν πού θα σε εύρισκε η σφαίρα ή το θραύ­σμα. Ο πατριώτης Γιώργης Σχίζας (Σγούλιας), που ήταν σε ένα διπλανό λόχο, ήταν τυχερός γιατί το θραύσμα τον πήρε ξώφαλτσα και του τρύπησε μόνο το παγούρι και τη χλαίνη. Αντίθετα ο Θοδωρής ο Κωνσταντόπουλος (αδερφός της "Κωστάκαινας", γυναίκας του Κ. Παπαθωμόπουλου), που ήταν δίπλα του τραυματίσθηκε σο­βαρά και έμεινε ανάπηρος.

Τις γιορτές των Χριστουγέννων και όλο το Γενάρη και  Φλεβάρη τις περάσαμε εκεί κοντά στο ρέ­μα μέσα στις λάσπες, τα χιό­νια, το φοβερό κρύο, τα κρυοπα­γήματα, τις ψείρες, την πείνα και ένα σωρό άλλες δυστυχίες. Ρί­χναμε και καμία κατά των Ιταλών, μας έριχναν και αυτοί, αλλά αψι­μαχίες, τίποτε σπουδαίο.

Όμως, σε μια άλλη περιοχή, κοντά στο χωριό Ταλιάρι, στις 9 του Γενάρη σκοτώθηκε ο Παρασκευάς Μπόρας και  λίγες μέρες αργότερα στις 29 του Γενάρη σκοτώθηκε και ο Γιώργης ο Τρουπής, ο άντρας της πρώτης μου ξαδέρφης, της Παρασκευής του Μιχάλη του Μαραγκού. Κλαυθμός και οδυρμός στο χωριό. Δεν περιγράφεται...

Στις 5 του Μάρτη το απόγευ­μα μας μάζεψε ο λοχαγός και μας λέει:

-Μαζέψτε τις σκηνές χωρίς θόρυβο και ξεκινάμε...
-Για που κυρ-λοχαγέ;
-Για που αλλού. Για το πεδίο της τιμής... 

Η Ελληνι­κή προπαγάνδα είχε την πληρο­φορία πως οι Ιταλοί σχεδίαζαν επίθεση στις 8 του μηνός. Με την πληροφορία αυτή αποφασίζεται από την Ελληνική πλευρά να επι­τεθούμε εμείς δυο ημέρες νωρί­τερα, δηλαδή στις 6 του Μάρτη.

Απέναντι από την περιοχή που είχαμε κατασκηνώσει υπήρ­χε ένα ύψωμα που το λέγανε "Παπακώστα". Ένα μέρος του υψώματος αυτού με την ονομα­σία "Δόντι", το είχαν καταλάβει οι Ιταλοί. Αυτό το δόντι θέλαμε εμείς να τους το πάρουμε. Ήταν μια πλαγιά όπως είναι περί­που η δική μας πλαγιά στη Φραζινέτα, στο βουνό λίγω έξω από το χωριό προς τους Αράπηδες. Φανταστείτε τους Ιταλούς στην κορυφή της Φραζινέτας και εμάς κάπου στην "γαϊδουροκυλίστρα".

Όταν νύχτωσε για καλά και οι Ιταλοί θα το ρίχνανε στον ύπνο, ξεκινήσαμε εμεις  -αραιά ο ένας από τον άλλο- χωρίς να ακούγεται άχνα. Όλη την νύχτα περπατούσαμε και πήγαμε από την πίσω πλευρά του βουνού (πίσω από τη ...Φραζινέτα). Πριν ξημερώσει κά­νουμε ένα "ντου" και πιάνουμε πραγματικά στον ύπνο σαράντα Ιταλούς αιχμαλώτους. Κάποιοι τους μετέφεραν στα όπισθεν και οι άλλοι προχωρούσαμε. Όμως, αυτοί οι Ιταλοί ήσαν άτυχοι. Πέ­φτει ένας Ιταλικός όλμος εκεί που ήσαν ακριβώς και τραυματί­ζει τους περισσότερους από αυ­τούς, ενώ κάποιοι σκοτώθηκαν επί τόπου. 

Εν τω μεταξύ αρχίζει να γλυκοχαράζει. Οι Ιταλοί το πήρανε χαμπάρι ότι τους κάνουμε επίθεση και αρχίζουν να μας ρίχνουν. Έτσι η μάχη γενικεύθηκε. Οι δικοί μας προχωρούσαν μέσα στο χιόνι φωνάζοντας.

."αέρα"... "αέρα".

Οι σάλπιγγες ηχούσαν ασταμάτητα.

"προχωρείτε"...  "προχωρείτε"...

Ένας Ταγματάρχης τραυματι­σμένος στο κεφάλι, με το πρόσω­πο γεμάτο αίματα και το πιστόλι προτεταμένο φώναζε επίσης ....

"προχωρείτε".... " προχωρεί­τε"....

Εμείς οι πολυβολητές  γρ΄γορα στήσαμε τα πολυβόλα και ρίχναμε ασταμάτητα:

"βολές υπεράνω φιλίων Τμημάτων", λέγαμε τις βολές που ρίχναμε, που σημαίνει πως οι σφέρες περνούσαν πάνω από τα κεφάλια των δικών μας και χτυπούσαν εκεί που ήσαν οι Ιταλοί,  ώστε να  προστατεύονται οι δικοί μας  και να προχωράνε.

 Πράγματι προχωρούσαμε προς την κορυφή του βουνού, με ανταλλαγή πυροβολισμών, όταν αρχίζει να μας βάζει η Ιταλι­κή αεροπορία. Χαμός. Δεν περιγράφεται.  Θυμάμαι κάτι τεράστια αεροπλάνα που πε­τούσαν πολύ χαμηλά και βλέπα­με τους φαντάρους στην πόρτα του αεροπλάνου να πετού­ν τις ρουκέτες με τα χέρια, κατά πάνω μας.  Εκείνη την ημέρα σκοτώθη­καν αρκετοί δικοί μας. Η πλαγιά είχε γεμίσει πτώματα. Τους υπο­λογίζω πάνω από εκατό. Χώρια οι τραυματισμένοι. Σε αυτούς ήμουνα και εγώ. Με βρήκαν τα θραύσματα ενός όλμου στο δεξί χέρι και στην πλά­τη.

Τους τραυματίες μας μετέφε­ραν στο ορεινό χειρουργείο σε μια περιοχή που την λέγανε Λάμποβο. Εκεί μας προσέφεραν τις πρώτες βοήθειες και μας δέσανε τα τραύματα. Εμένα με στείλανε στη συνέχεια στο νοσοκομείο στο Μεσολόγγι 

Maragos_I_Mesologgi_3-1941

Ι. Ν. Μαραγκός

Μάρτιος 1941: Τραυματίας στο Νοσοκομείο Μεσολογγίου.

("γέρον" με μπαστούνι ...28 ετών)

(μαζί με άλλους), γιατί είχα και κρυοπαγήματα, τελευταίου βαθμού.

Αυτό το μήνα (10-3-41) είχαμε και τον 4ο νεκρό πατριώτη. Το Δημήτρη Δημητρόπουλο, που σκοτώθηκε στο ύψωμα 731.

Στο νοσοκομείο έμεινα καμιά εβδομάδα εκεί και στη συνέχεια με φέρανε στην Αθήνα (νύχτα πε­ράσαμε τον Ισθμό της Κορίνθου) κάπου στα Πατήσια που ήταν μία Γαλλική Σχολή και την είχαν με­τατρέψει σε νοσοκομείο. Έμεινα και εκεί καμιά εβδομάδα και την πρώτη Απριλίου πήγα στο Νοσο­κομείο Τριπόλεως. Στις 6 Απριλί­ου, την ημέρα που οι Γερμανοί έμπαιναν στην Ελλάδα πήρα εξι­τήριο και την επόμενη επέστρεψα στο χωριό, πέντε μήνες και μια εβδομάδα από την ημέρα που είχαμε φύγει για το μέτωπο.

Παρά τις κακουχίες και τα δει­νά γενικά του πολέμου, το να επιζήσεις σε κάνει να τα ξεχάσεις όλα. Δυστυχώς όμως κάποιοι πα­τριώτες έμειναν ανάπηροι και κά­ποιοι άλλοι άφησαν τα κόκαλα τους στα βουνά της Αλβανίας. Από τους 27 που κινήσαμε από το χωριό  4 σκοτώθηκαν στην Αλβανία και ένας στην Κρήτη. Πήγαν άκλαφτοι!  μπορεί και άθαφτοι! Ποιος ξέρει. Ήσαν οι:

*Βέργος Διαμαντής

*Μπόρας Παρασκευάς

   *Γιώργης Τρουπής   

 *Μήτσιος Δημητρόπουλος.
Εκτός από αυτούς σκοτώθηκε και
*Ο Δημόπουλος Νίκος (αδερφός του Σκορδή) στη μάχη της Κρήτης,  στις Μουρνιές στις 25-5-41. 
Στη μνήμη αυτών των συμπολεμιστών μου αφιερώνω αυτή μου την αφήγηση.
  

Αθήνα 2009. Γιάννης Ν. Μαραγκός (96 ετών).

1941_Sisitio_Servou
1940: Συσσίτιο μαθητών έξω από το γιαπί
της κάτω εκκλησιάς.
Στη μέση ο δάσκαλος Δ. Σχίζας, δίπλα του
οι δασκάλες Π. Ζέρβα και Β. Σωτηροπούλου
και με την κουτάλα στο χέρι
η Αικατερίνη Τρουπή (Παπίτσαινα).
Πρώτος δεξιά ο λογοτέχνης Θ. Τρουπής.

.Εκτός από τους στρατευμένους πατριώτες που υποφέρανε τα πάνδεινα στο πεδίο των μαχών, υποφέρανε και οι υπόλοιποι κάτοικοι του χωριού, όπως άλλωστε και όλοι οι Έλληνες. Υποφέρανε τόσο στη διάρκεια του πολέμου όσο και στην κατοχή που ακολούθησε  μέχρι τέλη του 1944 και πολλοί πεθάνανε από την πείνα.

Χώρια οι μαύρες μέρες του εμφυλίου, μετά την αποχώρηση των Γερμανών.

Η φτώχεια δεν περιγράφεται και τα σημερινά παιδιά που ζουν με τόσες ανέσεις δεν μπορούν να φανταστούν τις ταλαιπορείες, την ξυπολισιά και την πείνα των παιδιών του 1940.

Στην διπλανή φωτογραφία επεικονίζεται η ζωή των μαθητών του δημοτικού σχολείου Σέρβου το 1940 (Όρθιοι ο δάσκαλος και οι δύο δασκάλες δίπλα του, αριστερά η "Παπίτσαινα" με την κουτάλα στο χέρι για το σισίτιο των παιδιών. Τα παιδιά κάθονται σε πρόχειρα ξύλινα παγκάκια για το συσίτιο)

 

 ...............................................................................................................................................................................................

 Σερβαίοι και Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος

(ΧΙΜ)

 


Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Τον Φεβρουάριο 1956 έριξε τόσο χιόνι που έκλεισε ο δρόμος και το χωριό αποκλείσθηκε από το υπόλοιπο κόσμο για εβδομάδες. Οι «σάκκινες» με το αλεύρι στα μαγαζιά τελείωσαν και ο κόσμος άρχισε να μην έχει ψωμί. Ο τότε πρόεδρος της Κοινότητας Γιώργης Δάρας (Γιώκο-Ντάρας) τηλεφώνησε στο Νομάρχη και του είπε «πεθαίνουμε απαξάπαντες. Ανάγκη να μας στείλετε κατεπειγόντως άλευρα. Μη βραδύνετε». Η νομαρχία ανταποκρίθηκε και την άλλη ημέρα ήρθε ένα ντακότα και έριξε αλεύρι και σιτάρι στα χωράφια, στην απάνω μεριά του χωριού, από τη Ζευγολατίτσα μέχρι το σπίτι του Γιωργιού.