Γράφει ο "Τουθεύς"
 
Οι άνθρωποι της δεκαετίας του σαράντα  και οι παλαιότεροι θυμούνται ασφαλώς την πρακτική του ξεματιάσματος από ηλικιωμένους (κατά κανόνα γυναίκες). Το μάτιασμα ή "βασκανία" είναι μια παλιά αρχέγονη αντίληψη σε πολλούς λαούς και κοινωνίες, που έφθασε μέχρι τις μέρες μας. Οι σύγχρονες όμως αντιλήψεις και η επιστημονική αντιμετώπιση των νευροψυχικών αιτίων, που συντελούν προφανώς στο φαινόμενο της βασκανίας, τείνουν στην αποδοκιμασία αυτής της αντίληψης, ότι δηλαδή μπορεί κάποιος με το βλέμμα π.χ. να επιδράσει σε άλλο άτομο και να του προκαλέσει βλαβερή επίπτωση στην υγεία του.
Οι μεγάλες αλλαγές στην κοινωνικο-οικονομική ζωή της τελευταίας πεντηκονταετίας  είχαν σαν αποτέλεσμα, εκτός των άλλων, και το σάρωμα των παραδοσιακών αντιλήψεων για θέματα της καθημερινής ζωής των ανθρώπων, όπως π.χ. αυτό της βασκανίας. Για το θέμα της  επικεφαλίδας είμαι σχεδόν βέβαιος πως οι νεότεροι αγνοούν τι ακριβώς ήταν τό «λιόκρινο»  και τι σημασία είχε παλιότερα στην ζωή των ανθρώπων.
Ας γυρίσουμε όμως το χρόνο πίσω, στη δεκαετία του πενήντα, σε μια κρύα ημέρα της άνοιξης που η πυκνή καταχνιά πάγωνε το πρόσωπό μου και τα ξεκάλτσωτα πόδια μου. Γύριζα -που  λέτε- στο σπίτι από τη βρύση  του Δημοκοίτη με την ξύλινη βαρέλα στον ώμο γεμάτη. Πριν προλάβω να κατεβάσω τη βαρέλα βλέπω τη μάνα μου αναστατωμένη να κρατάει τη μικρή μου αδελφή τυλιγμένη με μάλλινα και κουβέρτες και να είναι έτοιμη να φύγει. Πριν προλάβω να τη ρωτήσω τι συμβαίνει μου λέει:
-Πάω στη Λουκού να ξεματιάσει το παιδί, να της ρίξει το λιόκρινο και να το κάνει καλά. Είναι μαραμένο από μάτιασμα....
Αφήνω κι εγώ τη βαρέλα κάτω -απ'έξω από την είσοδο του σπιτιού- και ακολουθώ τη μάνα μου, ανήσυχος και φοβισμένος. Αυτή μπροστά με βιαστικά βήματα κι εγώ από πίσω πιλαλώντας να μη μου ξεμακρύνει. Φτάσαμε λοιπόν στο σπίτι της γρια-Λουκούς. Μπαίνοντας εκεί, στη λιθόστρωτη αυλή, βλέπω την αυστηρή φιγούρα της μαυροντυμένης γιαγιάς (κάτι μεταξύ Παναγιάς και μάγισσας) να στέκεται στην πόρτα και να στηρίζεται στο αγκωνάρι του σπιτιού της. Σκυφτή και καμπουριασμένη, όχι τόσο από τα χρόνια που κουβάλαγε στην πλάτη της, αλλά κυρίως από τα βάσανα και την πολλή δουλειά.    
-Τι έχει το παιδί;
ρωτάει, πριν η μάνα μου προλάβει να της εξηγήσει και χωρίς να περιμένει απάντηση λέει σε αυστηρό κάπως ύφος:
-φέρ'το μέσα να το σταυρώσω και να το ξεματιάσω. 
Μπαίνει η μάνα μου με το μωρό στο μισοσκόταδο κι εγώ από πίσω δειλά, αλλά με παιδική περιέργεια να δω τη μυσταγωγία του ξεματιάσματος. Βλέπω λοιπόν τη γριά-Λουκού να κατεβάζει από ένα σκονισμένο ξύλινο ράφι δίπλα από τα εικονίσματα ένα γυάλινο ποτήρι, να ρίχνει μέσα νερό από ένα ξύλινο κανάτι και μετά να το αφήνει πάνω στο κασόνι που χώριζε το μοναδικό δωμάτιο του σπιτιού στη μέση. Αμέσως μετά, αλλά με αργές κινήσεις, άνοιξε ένα μπαούλο και έβγαλε ένα μικρό δεματάκι τυλιγμένο με ένα λεπτό πανί. Άφησε το δεματάκι δίπλα στο ποτήρι και άρχισε να το ξετυλίγει προσεκτικά. Πάνω στο ξεδιπλωμένο πανί διέκρινα ένα μικρό αντικείμενο που δεν μπορούσα να καταλάβω την  υφή του. Το έβλεπα σαν άσπρη πέτρα, σαν κομμάτι ξύλο, σαν κόκαλο. Δεν ρώτησα ούτε είπα κουβέντα εκείνη τη στιγμή. Παρακολουθούσα μόνο τη γριά-Λουκού να κινείται αργά, σκυφτή και βλοσυρή, έτοιμη να μου δώσει καμιά κατσάδα. Γι' αυτό παρέμεινα ακίνητος. Παίρνει λοιπόν με τα δύο της δάχτυλα το περίεργο αυτό πράγμα που ήταν πάνω στο πανί και αφού το κούνησε πάνω στο ποτήρι, κάνοντας το σχήμα του σταυρού, το βούτηξε μέσα στο ποτήρι με το νερό. Κάτι έλεγε ψιθυριστά, χωρίς όμως να μπορώ να καταλάβω, γιατί μόλις που ανάδευε τα χείλη της. Αφού κράτησε αυτό το αντικείμενο μέσα στο ποτήρι για λίγο, το έβγαλε το τίναξε και στη συνέχεια το ακούμπησε στο μέτωπο της μικρής μου αδελφής που την κρατούσε η μάνα μου αγκαλιά. Στη συνέχεια κάτι ψιθύρισε, πάλι αναδεύοντας τα χείλη της με κλειστά μάτια και έκανε μια κίνηση σα να έφτυνε πάνω στο μικρό παιδί.
-Ήταν πολύ ματιασμένο το κακόμοιρο, βάλτο να κοιμηθεί και δώσ'του λίγο χαμομήλι. Θα γίνει καλά
λέει στη μάνα μου, σε αυστηρό μάλλον ύφος. Η μάνα μου ευχαρίστησε την ηλικιωμένη γυναίκα, χωρίς δεύτερη κουβέντα και αφού σκέπασε καλά το μωρό, το πήρε αγκαλιά και βιαστικά, αυτή μπροστά κι εγώ πίσω, γυρίσαμε στο σπίτι. Εμένα όμως με έτρωγε η περιέργεια να μάθω τι ήταν αυτό το πράγμα που η γριά-Λουκού βούτηξε στο νερό και ρώτησα τη μάνα μου.
-Παιδάκι μου, μου λέει, αυτό είναι το λιόκρινο. Είναι αγιασμένο πράγμα και η Λουκού ξέρει τα λόγια που μαζί με αυτό ξεματιάζει τα παιδιά και τους ανθρώπους από το κακό μάτι.
-Και από τι είναι φτιαγμένο αυτό το λιόκρινο ρε μάνα;
τη ρώτησα.
-Δεν τα ξέρω καλά εγώ αυτά τα πράγματα,
 μου απάντησε.
-Να ρωτήσεις τη γιαγιά σου. Οι μεγαλύτεροι ξέρουν καλύτερα.
Έδεσα και  εγώ στο μυαλό μου αυτή την  απάντηση και με πρώτη ευκαιρία που πήγα στη γιαγιά μου δεν ξέχασα να ικανοποιήσω την περιέργειά μου.
 -Δε μου λες  γιαγιά, τι είναι το λιόκρινο;                                                                                 
-Που το είδες εσύ ρε μαμούρι το λιόκρινο;
-Ήταν  ματισμένη η  αδερφή μου, την  πήγαμε στη γριά  Λουκού και την  ξεμάτιασε με αυτό.
 -Παιδάκι μου το λιόκρινο είναι ένα αγιασμένο κόκαλο που το  έχουν λίγοι άνθρωποι. Το έχει ξεράσει κάποιο φίδι στην  πόρτα ή στην  αυλή του σπιτιού τους,αφού πρώτα  συγκυλίστηκε και  ζορίστηκε να το  βγάλει από τα σωθικά του. Το κόκαλο αυτό το  πλένουνε,το αφήνουνε  σαράντα ημέρες στην εκκλησία και αφού το διαβάσει ο παπάς  το δείνει σ΄αυτόν που έτυχε να δει να το φτύσει  το φίδι στην  αυλή του.Με αυτό ξεματιάζουν τους ανθρώπους. Ακόμα και τα ζωντανά  ματιάζονται,τα  άλογα τα μουλάρια,τα  μανάρια...Για να  μπορεί όμως να  ξεματιάσει κάποιος  πρέπει να ξέρει  και τα λόγια  που είναι μυστικά  και δεν είναι  γραμμένα πουθενά. Τα λένε από  στόμα σε στόμα  και από γενιά  σε γενιά.Μόνο  που δεν πρέπει  να ειπωθούνε σε στενό συγγενή,ας πούμε από τη  μάνα ή τον πατέρα στο παιδί. Επίσης δεν πρέπει να μεταφερθούν τα λόγια από άνδρα σε άνδρα και από γυναίκα σε γυναίκα. Πρέπει δηλαδή για παράδειγμα η γριά-Λουκού πριν πεθάνει να παραδώσει το λιόκρινο σε κάποιον άνδρα που να μην είναι γιος της.
Αυτά τα λόγια, που μου είπε η μακαρίτισσα η γιαγιά μου πριν πενήντα χρόνια, μείνανε στο μυαλό μου μέχρι σήμερα. Τώρα που τα έφερα στη μνήμη μου, έψαξα λιγάκι το θέμα της βασκανίας, μέσα από τα βιβλία και τις γραφές. Αυτά λοιπόν που πιστεύουμε για το μάτιασμα έρχονται από μακριά, από τα βάθη των αιώνων και έφθασαν μέχρι τις ημέρες μας  από στόμα σε στόμα. Υπάρχουν όμως και σε γραπτά κείμενα. Αναφέρονται σε όλους τους αρχαίους λαούς και φαίνεται ότι μεταδόθηκαν από τους λαούς της ανατολής τους  Χαλδαίους και Ασσυρίους. Οι αρχαίοι Έλληνες τις δοξασίες  για τη βασκανία, που πίστευαν με θέρμη, τις παρέλαβαν από τους Αιγυπτίους. Οι πρόγονοί μας συνήθιζαν το φτύσιμο ως προληπτικό μέτρο κατά της βασκανίας, όπως και σήμερα. Ο Αριστοτέλης αναφέρει: «εμπτύει αυτοίς ως μη βασκαθώσει» (Αριστ.Απ.347). και αυτά έφθασαν μέχρι τις ημέρες μας  από στόμα σε στόμα. Το εικονικό η πραγματικό φτύσιμο προς το αποθαυμαζόμενο πρόσωπο το συναντάμε και στους  αρχαίους χρόνους. Από το Θεόκριτο αναφέρεται (Ειδύλλια 6, 35):«Ως μη βασκαθώ δε, τρις εις εμόν έπτυσα κόλπον».  Δηλαδή για να μην ματιαστώ έφτυσα τρεις φορές τον κόρφο μου.΄Οπως και σήμερα λέμε «φτύσε τον κόρφο σου». Ατυχώς αυτές  οι παραδόσεις και δοξασίες, μαζί με μια σειρά από άλλες αντιλήψεις, που ήταν μέρος  του πολιτισμού μας, εξαφανίζονται. Επέζησαν χιλιάδες χρόνια και εξαλείφθηκαν από τη ζωή  μας στη διάρκεια των τελευταίων πενήντα χρόνων, με τη ραγδαία εξέλιξη  της τεχνολογίας. Απολαμβάνουμε  βέβαια σήμερα πολύ περισσότερα αγαθά  αλλά έρχονται στιγμές που κάποιοι  από μας νοσταλγούμε την καθημερινότητα εκείνης της δεκαετίας του  πενήντα. Όσοι φυσικά τη νοσταλγούμε.
.
(ΧΙΜ_12-10-10)
                                                                             

Εικόνες από το χωριό

 

Newsflash - Ξέρετε ότι...

Η διάνοιξη του δρόμου από τον Αγιώργη το Σαρά μέχρι το χωριό, μήκους 12 χιλιομέτρων έγινε το 1950. Οι Σερβαίοι διέθεσαν τις μερίδες τους από τη βοήθεια της UNRA που πουλήθηκαν για να συγκεντρωθούν χρήματα για την μπολντόζα. Επίσης δούλεψαν προσωπική εργασία όλοι οι ενήλικες του χωριού. Οι Αραπαίοι, επειδή είχαν να περπατήσουν μια ώρα παραπάνω από τους Σερβαίους, για να φθάσουν από το σπίτι τους στο έργο και μία να γυρίσουν, κοιμόσαντε το βράδυ εκεί που δούλευαν.