Δεν ήξερε να γράφει τ΄όνομάτης η Μάνα μου.
Μα της ζωής τα μυστικά τα ήξερε όλα.
Υπηρέτησε τη ζωή με μέγα πάθος...κι΄αυταπάρνηση.
Πίστευε πως ο θεός την έστειλε
ν΄αναθρέψει παιδιά, ζώα και φυτά
και ν΄ανοίγει επίσημον διάλογο μαζί τους.
Δεν ήξερε να γράφει τ΄όνομάτης η Μάνα μου.
Μα της ζωής τα μυστικά τα ήξερε όλα.
Υπηρέτησε τη ζωή με μέγα πάθος...κι΄αυταπάρνηση.
Πίστευε πως ο θεός την έστειλε
ν΄αναθρέψει παιδιά, ζώα και φυτά
και ν΄ανοίγει επίσημον διάλογο μαζί τους.
Τον Φεβρουάριο 1956 έριξε τόσο χιόνι που έκλεισε ο δρόμος και το χωριό αποκλείσθηκε από το υπόλοιπο κόσμο για εβδομάδες. Οι «σάκκινες» με το αλεύρι στα μαγαζιά τελείωσαν και ο κόσμος άρχισε να μην έχει ψωμί. Ο τότε πρόεδρος της Κοινότητας Γιώργης Δάρας (Γιώκο-Ντάρας) τηλεφώνησε στο Νομάρχη και του είπε «πεθαίνουμε απαξάπαντες. Ανάγκη να μας στείλετε κατεπειγόντως άλευρα. Μη βραδύνετε». Η νομαρχία ανταποκρίθηκε και την άλλη ημέρα ήρθε ένα ντακότα και έριξε αλεύρι και σιτάρι στα χωράφια, στην απάνω μεριά του χωριού, από τη Ζευγολατίτσα μέχρι το σπίτι του Γιωργιού.