Ήμουνα δεν ήμουνα τεσσάρων-πέντε χρονών, στα μέσα της δεκαετίας του 1940. Η μάνα μου ζαλώθηκε τη νάκα που μέσα ήταν ο αδελφός μου και εμένα ζαλοκούτσα και το μουλάρι φορτωμένο, και ξεκινήσαμε για το χωράφι, στην Αράχοβα, που ήταν μακριά κάπου τρεις ώρες και πήγαιναν για τις δουλειές.

Όταν φθάσαμε στο κάτω μέρος του χωριού, συναντήσαμε τη θεια μου, την Παναγούλα, συννυφάδα της μάνας μου, και της λέει: «Πού πας καημένη, ζαλωμένη τόσο δρόμο; Φέρτο μου το κορίτσι να το κρατήσω εγώ, να πας να κάνεις τη δουλειά σου».

Με πήρε εμένα παραμάσχαλα να πάμε στο σπίτι της, που ήταν παραδίπλα. Άρχισε η θεια μου να βήχει ασταμάτητα, τρανταζόμουν και εγώ μαζί της και με έσφιγγε δυνατά να μην πέσω. Σταμάτησε, ακούμπησε στην άκρη στη μάντρα και έφτυσε ένα πράγμα κοκκινοπράσινο. Το είδα να γίνεται ένα με τις πέτρες.

Όταν φθάσαμε στο σπίτι ήταν εκεί ο θειος μου, ο άντρας της και αδερφός του πατέρα μου. Τον πατέρα μου δύσκολα τον θυμάμαι όταν ήμουν μικρή, ήταν είτε σε πόλεμο είτε σε μαστοριά. Ήταν εκεί και ο παππούς ο γερο-Νύσιος, καθόταν σε ένα παραγώνι.

Είχαν τη γωνιά, τη φωτιά, στο πάτωμα, δίπλα σε ένα παράθυρο κλεισμένο με κλάρες από πλατάνια και φύλλα από καλαμπόκι για να κρατάνε το κρύο, δεν υπήρχαν τότε τζάμια στα παράθυρα, αυτά ήταν είδος πολυτελείας. Στη φωτιά υπήρχε μια σιδεροστιά και ένας τέντζερης που έβραζε ο τραχανάς. Η θεια μου καθισμένη σταυροπόδι ανακάτευε τον τραχανά με μια μεγάλη ξύλινη κουτάλα. Είχε κι ένα μικρό παιδάκι, τον Γιώργο. Μας είχαν βάλει και καθόμασταν σε μια κουρελού σαν μαξιλάρα που μέσα είχε πούσια, στο παραγώνι.

Η θεια Παναγούλα ήταν μια ωραία γυναίκα και καλοκάγαθη, όπως έλεγε η μάνα μου που συνέχεια την μνημόνευε, αλλά κιτρινισμένη από την αρρώστια... Το χτικιό που την έτρωγε... Φορούσε μια μακριά υφαντή φούστα του αργαλειού με κεντημένο λοξό φραμπαλά.  Σηκώθηκε η θεια μου να τσιγαρίσει με τη λίγδα τον τραχανά και ο φραμπαλάς άρπαξε σαν χέρι την κουτάλα και την τράβηξε έξω γεμάτη καυτό τραχανά. Έπεσε όλος πάνω μου, κόλλησε στο χέρι και στο πόδι μου που φαίνονταν από το τσιτάκι που φορούσα, ένα πανάκι με λαιμό και δυο χεράκιαπου που το είχε ράψει η μάνα μου με τη βελόνα.

Ο θείος μου ο Νικόλας με άρπαξε και μου έριξε νερό με το κανάτι. Έβαλε τις βλαστήμιες... «Τo καν..λι σου, το έκαψες το κορίτσι». Η θεια μου σταυροκοπιότανε κι έκλαιγε. Εγώ εσπάραζα, αλλά ευτυχώς το άλλο παιδάκι δεν κάηκε. Όμως πέθανε, το κακόμοιρο, λίγο αργότερα από τη φυματίωση, όπως και η μανούλα του, η θεια Παναγούλα. Τον θυμάμαι τον Γιώργο που φορούσε ένα κόκκινο σκουφάκι με μπλε ρίγες και στην κορφή φουντίτσα.

Δύσκολες καταστάσεις, καταραμένα χρόνια... Το χτικιό, η φυματίωση θέριζε. Τους άντρες τους καλούσαν φαντάρους. Τον θειο μου, Νικόλα, τον ξαναπήραν φαντάρο και όταν γύρισε δεν βρήκε τη γυναίκα του, ούτε το παιδάκι. Την θεια Παναγούλα την είχαν πάει στην Αθήνα, στο Σωτηρία, και εκεί πέθανε, δεν την βρήκαν πουθενά. Το παιδάκι  δεν γλίτωσε κι αυτό, κόλλησε φυματίωση. Εγώ δεν κόλλησα, γλίτωσα, για καλό ή για βάσανα μεγάλα;

Μεγάλωνα και ήταν δύσκολα τα χρόνια, πείνα, φτώχεια, ανέχεια και δυστυχίες. Η μάνα μου έκανε όλες τις δουλειές, σπίτι, χωράφια, ζωντανά, και εγώ από κοντά. Σχολειό δεν πήγα για πολύ. Ο πατέρας πάντα φευγάτος στην ξενιτιά.

Λίγο αργότερα, θα ήμουν έξι χρονών, η μάνα μου είχε τρυγήσει τα αμπέλια και είχε έτοιμα τα βαρέλια με το κρασί να τα χρήσει με ρετσίνι, για να μην πάρει το κρασί αέρα και ξινίσει. Είχε βάλει κότσαλα από το καλαμπόκι γύρω-γύρω από το άνοιγμα του βαγενιού για να το κλείσει. Είχε ανάψει το ρετσίνι και το έριχνε πάνω στα κότσαλα και έφτιαχνε ένα στρώμα αδιαπέραστο. Εγώ για να βλέπω ανέβαινα στα κούτσουρα που στύλωναν το βαγένι. Αφού με έπιασε και μου έριξε ένα μπερντάχι που μπερδευόμουν στα πόδια της πήγα από την άλλη μεριά του βαγενιού. Κύλησαν δύο κότσαλα με αναμμένο ρετσίνι στα γυμνά πόδια μου. Πήδαγα και τσίριζα από τον πόνο και η μάνα μου που δεν είδε τι είχε συμβεί μου έριξε άλλο ένα μπερντάχι ξύλο για να σταματήσω να κλαίω.

Δύσκολη η ζωή για τους περισσότερους εκείνα τα χρόνια… Και η ζωή και τώρα έτσι συνεχίζεται… 

3-3-2021

Αναμνήσεις
Γεωργία Κ. Μπόρα το Γένος Στ. Βέργου


Εικόνες από το χωριό